Παράρτημα Σπάρτης, Κουμαντάρειος Πινακοθήκη, 19/07/2013 - 14/10/2013


Οι καλλιτέχνες που συστεγάζονται στη Συλλογή του Σωτήρη Φέλιου επέλεξαν να εκφράσουν τα προσωπικά τους βιώματα και τα πάθη της εποχής τους με την παραδοσιακή μέθοδο: ζωγραφίζοντας με πινέλα και χρώματα θέματα παραστατικά και κυρίως ανθρώπινες μορφές.
Θα μπορούσαμε να πούμε πως η Συλλογή Φέλιου φιλοξενεί δασκάλους, με προεξάρχοντα τον Γιάννη Μόραλη, και μαθητές που μοιράζονται την ίδια προσήλωση στη ζωγραφική του καβαλέτου. Ανάμεσα στους μαθητές, ξεχωρίζει η ομάδα που φοιτά ακόμη ή ολοκληρώνει τις σπουδές της την δεκαετία του ’80. Στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας κυριαρχούν οι δάσκαλοι-ζωγράφοι: Μόραλης, Νικολάου, Μαυροΐδης, Τέτσης, Μυταράς, Κοκκινίδης, Δεκουλάκος, Κεσσανλής. Λίγο αργότερα θα προστεθούν στην ομάδα και οι μαθητές τους Πατρασκίδης, Μπότσογλου, Ψυχοπαίδης, Βαλαβανίδης, κ.ά. Έτσι, οι ζωγράφοι της Γενιάς του ’80 είχαν την ευκαιρία να διδαχθούν τις αρχές της τέχνης τους από πολύ καλούς δασκάλους. Όσοι από αυτούς συνέχισαν τις σπουδές τους στη Σχολή Καλών Τεχνών στο Παρίσι -και δεν ήταν λίγοι- επέλεξαν το εργαστήριο του Λεονάρντο Κρεμονίνι. Ο επιφανής Ιταλός ζωγράφος, που ήταν και λαμπρός δάσκαλος, πρόσθεσε στην εικαστική παιδεία των Ελλήνων μαθητών του μια πνευματική διάσταση και παράλληλα άσκησε το βλέμμα τους σ’ αυτό που ονόμαζε «ο ίλιγγος του ορατού»: τους δίδαξε να αναζητούν την αποκάλυψη μέσα στο ασήμαντο.
Δεν πρέπει ωστόσο να ξεχνούμε την εύνοια της διεθνούς συγκυρίας: ήδη από την αρχή του ’70, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, Ευρώπη και Αμερική, παρατηρείται στροφή προς την παραστατική ζωγραφική, ενώ το σχέδιο, ως αυτόνομη μορφή τέχνης, γνωρίζει πρωτοφανή αναγέννηση. Από την αρχή της δεκαετίας του ’80 το ρεύμα του μεταμοντερνισμού ενθαρρύνει κάθε μορφή παρέκκλισης από τους συρμούς, ενώ οι νοσταλγικές αναδρομές στο παρελθόν ανήκουν στον ίδιο τον γενετικό κώδικα του κινήματος.
Οι ζωγράφοι της Γενιάς του ’80 ευτύχησαν να βρουν έναν ενθουσιώδη ορίζοντα υποδοχής ανάμεσα σε νέους συλλέκτες. Ο Σωτήρης Φέλιος αποτελεί μια ξεχωριστή περίπτωση: κριτήριο των επιλογών του είναι οι προσωπικές του προτιμήσεις και όχι η επένδυση. «Ερωτεύεται» τα έργα που αγοράζει και τα απολαμβάνει ζώντας ανάμεσά τους. Όταν η συλλογή πήρε διαστάσεις μουσειακές, ο Σωτήρης Φέλιος αποφάσισε να μοιραστεί τις χαρές που του προσέφερε με το ευρύ κοινό. Έτσι οργανώθηκαν οι εκθέσεις του Μουσείου Μπενάκη ή του Vittoriano στη Ρώμη, που έτυχε εντυπωσιακής υποδοχής από τον Ιταλικό Τύπο και το κοινό, για να περιοριστούμε στις πιο σημαντικές παρουσιάσεις.
Οι δύο εκθέσεις της Εθνικής Πινακοθήκης στα Παραρτήματα του Ναυπλίου (Σωματογραφίες, 12.07-14.10.2013) και της Σπάρτης εγγράφονται στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής.
Η έκθεση στην Κουμαντάρειο Πινακοθήκη Σπάρτης παρουσιάζει 17 ζωγράφους που εντάσσονται σε πέντε ενότητες:


1. Το επιούσιον φως: Χρήστος Μποκόρος. Χρόνος και μνήμη, όπως βιώνονται από τον καθημερινό άνθρωπο, τον Έλληνα, φορέα μιας μακράς παράδοσης, συνιστούν την ουσία και το ποιητικό αίτιο της δημιουργίας του Μποκόρου. Ο χρόνος καθαγιάζει τα πράγματα, χαρίζοντάς τους μιαν εγκόσμια αιωνιότητα. Ο καλλιτέχνης επιλέγει παλιά κουρασμένα, φθαρμένα από τη χρήση, ξύλα για να ζωγραφίσει πάνω τους με παραισθητική αληθοφάνεια τα λιγοστά αρχετυπικά θέματά του: τον επιούσιο άρτο, ένα πρόσφορο, ένα καντήλι, ένα κλαδί ελιάς. Το ακοίμητο φως του καντηλιού, του κεριού λειτουργεί ως εξαγνιστικό σύμβολο της μνήμης. Μια τέλεια, σχεδόν αχειροποίητη τεχνική, που ασκείται με την ευλάβεια των παλιών ζωγράφων, γίνεται το ταυτολογικό σήμα της διάρκειας, της υπέρβασης του χρόνου και της φθοράς.

2. Ο οίκος του σώματος: Δασκαλάκης, Ρόρρης, Μακρής. Το σώμα, ως υπαρξιακή μαρτυρία, ως οίκος της ψυχής, της μνήμης, του χρόνου, του πόνου, της μοναξιάς, της συνείδησης της φθοράς και του θανάτου είναι το λανθάνον μήνυμα που εκπέμπει η ζωγραφική του Δασκαλάκη και του Ρόρρη, παρά τη διαφορετική γραφή τους. Μια γραφή που έχει αφομοιώσει το δίδαγμα της παράδοσης, αλλά και το μάθημα της χειρονομιακής ελευθερίας της μοντέρνας τέχνης. Ιδιαίτερη, αλληλογενετική είναι η σχέση που ιδρύουν τα σώματα με το χώρο. Ο χώρος συνυφαίνεται με τα σώματα αιχμαλωτίζοντάς τα όπως ο ιστός της αράχνης. Η χειρονομιακή παστόζικη γραφή του Θανάση Μακρή εκφράζει την περιπαθή φύση του ζωγράφου, εντάσσοντάς τον στους ευάριθμους Έλληνες εξπρεσιονιστές της νεότερης γενιάς.

3. «Η ανθρώπινη κωμωδία»: Ασαργιωτάκη, Μανουσάκης, Μαντζαβίνος, Μισούρας, Μπήτσικας, Παπακώστας, Σακαγιάν. Η ενότητα αυτή συστεγάζει ζωγράφους, όπου η εικόνα του ανθρώπου μεταμορφώνεται, «διαστρέφεται», μεταμφιέζεται για να εκφράσει άλλοτε έντονα υπαρξιακά βιώματα και άλλοτε ένα οξύ κοινωνικό σχόλιο. Η γραφή και οι τεχνοτροπίες ποικίλλουν, από την εκφραστική παραμόρφωση ως την εικονογραφία της pop κουλτούρας. Ο Μπήτσικας, απαράμιλλος σχεδιαστής και πιστός οπαδός της μαυρόασπρης εικόνας, σχολιάζει με οξυδέρκεια ανατόμου τον παραλογισμό των ανθρώπινων καταστάσεων.

4. Το μεσογειακό φως - Άρωμα Γενιάς του ’30: Αργύρης, Παπανικολάου, Παπατριανταφυλλόπουλος. Η Ελληνική ύπαιθρος και ο χαρακτήρας του φωτός, όπως ερμηνεύτηκε από τους ζωγράφους της Γενιάς του ’30, και ιδιαίτερα από τον Γιάννη Τσαρούχη, φαίνεται να καθοδηγεί την έμπνευση των ζωγράφων αυτής της ομάδας. Πρόσωπα, δράσεις, κοινωνικά συμβάντα ξετυλίγονται μέσα σ’ ένα πάμφωτο εορταστικό σκηνικό. Τα αίθρια χρώματα, ο «ασβεστώδης» χαρακτήρας, ακόμη και της ελαιογραφίας, που την κάνει να μοιάζει με νωπογραφία, είναι το κύριο γνώρισμα αυτής της καθαρά «ελληνικής» ζωγραφικής.

5. Επιστροφή στη Φύση – Natura naturans: Βλαχάκη, Τσακάλη, Φιλοπούλου. Τη «ρομαντική» επιστροφή στην αγκαλιά μιας φύσης εξαγνιστικής, όπου κυριαρχεί η μεταδοτική δροσιά της θάλασσας, μας προτείνουν τα έργα της Μαρίας Φιλοπούλου. Η Μαριλίτσα Βλαχάκη στα τελευταία της έργα εγκαταλείπει τους σκοτεινούς τόνους των εσωτερικών τοπίων για να ενδώσει στην καθαρτήρια ομορφιά της αληθινής φύσης. Η Άννα Μαρία Τσακάλη παρατηρεί με ενάργεια φυτά, άνθη και φυλλώματα και προσπαθεί να συλλάβει και να αποτυπώσει ζωγραφικά τη γενεσιουργό δύναμη της φύσης, τη ζωτική ορμή της, τους ζωηφόρους χυμούς που λανθάνουν πίσω από την ορατή εικόνα της.

Επιμέλεια έκθεσης:
Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα
Διευθύντρια της ΕΠΜΑΣ

Γεωργία Κακούρου Χρόνη
Επιμελήτρια της ΕΠΜΑΣ