National gallery
Δυτικοευρωπαϊκή τέχνη


Η συλλογή της δυτικοευρωπαϊκής ζωγραφικής της Εθνικής Πινακοθήκης προέρχεται από δωρεές, κυρίως πλουσίων Ελλήνων της διασποράς, και λίγες αγορές έργων μεγάλης καλλιτεχνικής αξίας από τις διευθύνσεις του ιδρύματος. Τα παλαιότερα χρονολογούνται στον 14ο αιώνα, ενώ τα νεότερα φθάνουν σχεδόν ως τις μέρες μας. Η έλλειψη όμως χώρου δεν μας επιτρέπει παρά μια μικρή αποσπασματική παρουσίασή τους, η οποία περιορίζεται έως τα μέσα του 19ου αιώνα.

Από τα παλαιότερα έργα της συλλογής είναι Η Αγία Τριάδα, που αποδίδεται στον Μάρκο Βενετσιάνο (π. 1350-1400) και αποτελεί ένα από τα πρώτα δείγματα αυτού του τύπου στην Ιταλία· Η Σταύρωση, που αποδίδεται σε συνεργάτη του Πάολο Βενετσιάνο, στην οποία είναι εμφανής η προσήλωση σε πρότυπα της βυζαντινής παράδοσης· Η Φραγγέλωση του Χριστού του Ζωγράφου της Σταύρωσης του Πέζαρο, μαθητή του Λορέντζο Βενετσιάνο (1357-1379)· Η Παναγία με το Θείο Βρέφος και Αγγέλους του Τζανίνο ντι Πιέτρο (εργάστηκε π. 1389-1448) καθώς και ο Άγιος Ιερώνυμος στην έρημο του εργαστηρίου του Φλωρεντινού Γιάκοπο ντελ Σελάιο (1441/2-1493).

Ο 16ος αιώνας στην Ιταλία εκπροσωπείται με το Επεισόδιο από την Γένεση (;) του Μαριότο Αλμπερτινέλι (1474-1515) και την Αγία Μαργαρίτα του εργαστηρίου του Γιάκοπο Τιντορέτο (1518/19-1594).

Κατά τον 17ο αιώνα η επίδραση του Μικελάντζελο Μερίζι ντα Καραβάτζο (1573-1610) υπήρξε καταλυτική. Τα έργα Μουσικός του Φραντσέσκο Μπονέρι (πρώτο μισό 17ου αιώνα), γνωστού ως Τσέκο ντελ Καραβάτζο λόγω του θαυμασμού και της μιμητικής του διάθεσης προς τον δάσκαλό του, Έρως Θριαμβευτής, ενός άγνωστου ζωγράφου από την Τοσκάνη, Άγιος Ιωάννης, άγνωστου επίσης ζωγράφου, καθώς και Ο Χριστός στο όρος των Ελαιών του Πιέτρο ντέλα Βέκια, επονομαζόμενου Πιέτρο Μουτόνι (1602/3-1678), αποτελούν δείγματα του Καραβατζισμού της εποχής. Ο Γερμανός Γιόχαν Καρλ Λοτ, ο επονομαζόμενος Καρλότο (1632-1698), ο οποίος έκανε καριέρα στην Βενετία, σε έργα όπως ο Θάνατος του Αρχιμήδη, εκμεταλλεύεται ακόμα πιο πολύ τα διδάγματα του Καραβάτζο, δημιουργώντας συνθέσεις με πολύ έντονο σκιοφωτισμό.

Το μπαρόκ βρίσκει τους εκφραστές του στα έργα των Σιμόνε Πινιόνι (1611/14-1698) Αλληγορία της Μουσικής, Βιντσέντσο Μανότσι (1604-1646) Κυμαία Σίβυλλα και Φραντσέσκο Σολιμένα (1657-1747) Η ανατροφή της Παναγίας· επίσης, στις συνθέσεις Σαμψών και Δαλιδά της βενετσιάνικης σχολής και Ο εναγκαλισμός του Ιωσήφ με τον πατέρα του της σχολής της Γένοβας δύο άγνωστων ζωγράφων του 17ου αιώνα, καθώς και σε δύο έργα του Λούκα Τζορντάνο (1634-1705): Εσθήρ και Ασσουήρος, που αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της τεχνοτροπίας του και Η θεραπεία του παραλυτικού, το οποίο ανήκει σε μια σπάνια ομάδα έξι νεανικών έργων του. Το έργο αυτό εθεωρείτο ως πρόσφατα χαμένο για τη διεθνή βιβλιογραφία.

Από τον 18ο αιώνα, την τελευταία ένδοξη περίοδο της βενετσιάνικης τέχνης πριν από την οριστική παρακμή, εκτίθενται εδώ τρία έργα: Η Παναγία με το Θείο Βρέφος του Τζιαναντόνιο Γκουάρντι (1699-1760), η Προσωπογραφία κυρίας με μάσκα της Ροζάλμπα Καριέρα (1675-1757) και Η συνάντηση του Ελιέζερ και της Ρεβέκκας, που αποδίδεται στον κορυφαίο εκπρόσωπό της σχολής του Τζανμπατίστα Τιέπολο ( 1696-1770). Τέλος η ιταλική σχολή κλείνει με ένα χαρακτηριστικό δείγμα οφθαλμαπάτης (Trompe-l-oeil) του Τζιοβάνι Μπενεντέτο Πόνσι (1697-1741).

Το παλαιότερο έργο της φλαμανδικής σχολής είναι η Αγία Οικογένεια και αποδίδεται στο εργαστήριο του Πέτερ Κούκε βαν Αλστ (1502-1550), που φιλοτέχνησε πολλές παραλλαγές του τύπου αυτού. Η Αυτοθυσία του Μάρκου Κούρτιου, με τις ιταλικές αναμνήσεις, αποδίδεται στον Λάμπερτ βαν Νοορτ (π.1520-1570), ενώ ιταλικές επίσης επιδράσεις διακρίνονται και στο έργο του άγνωστου καλλιτέχνη των Κάτω Χωρών του 16ου αιώνα Το γήρας.

Την ανεκτίμητη προσφορά της μεγάλης καλλιτεχνικής οικογένειας των Μπρύχελ, και κυρίως του Γιαν του Α΄ (1568-1625), γνωστού και ως «Βελουδένιος Μπρύχελ», μας θυμίζει Το τοπίο με χωρικούς που γλεντούν, το οποίο ανήκει στην τυπικά φλαμανδική κατηγορία των πανηγυριών στο ύπαιθρο (Kermis). Στην ίδια αντίληψη κινείται και ο Νταβίντ Βινκμπόονς (1576-1632) με τον Τρύγο. Στις Κάτω Χώρες αναπτύχθηκε, επίσης, ένα ξεχωριστό είδος τοπιογραφίας με σκηνές σε δασώδη τοπία όπως η Παναγία με τον Χριστό και τον Άγιο Ιωάννη σε τοπίο που φιλοτέχνησε ο Γιαν Μπρύχελ Β΄(1601-1678) σε συνεργασία με τον Χέντρικ βαν Μπάλεν (1575-1632), Ο Λύκος που φυλάει τα πρόβατα, άγνωστου Φλαμανδού ζωγράφου, η Σκηνή μάχης του Άνταμ Φρανς βαν ντερ Μόιλεν (1632-1690), καθώς και στο Τοπίο του Ζαν Φουκιέρ (1580/90-1659).

Ο Πέτερ Άρτσεν (1508-1575) υπήρξε από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της τέχνης του Άμστερνταμ. Το πορτρέτο του Σιμόν Μάρτεν Ντιρξ εντάσσεται στην πλούσια παράδοση της προσωπογραφίας των Κάτω Χωρών, ενώ ο ίδιος και οι μαθητές του ασχολήθηκαν με τις σκηνές αγοράς, κουζίνας, θέματα πολύ διαδεδομένα και αγαπητά, όπως η Σκηνή αγοραπωλησίας του Γιαν Βάουτερς επωνομαζόμενου Σταπ (1599-;), οι Νεκρές φύσεις των Ισαάκ Σορώ (1604-μετά το 1638) και Φλόρις Χέριτς βαν Σχόοτεν (π. 1590-1655) καθώς και του μιμητή του Γιάκομπ βαν Χούλσντονκ. Μέσα στην ίδια αντίληψη, το έργο του Γιάκομπ Αντριές Μπεσέ (1710-1786) Ο Μωυσής κάνει ν’ αναβλύσει νερό από τον βράχο τοποθετεί την κυρίως σκηνή στο βάθος ενώ στο πρώτο επίπεδο εκτυλίσσονται σκηνές καθημερινότητας.

Από τους μεγαλύτερους ζωγράφους του 17ου αιώνα, ο Γιάκομπ Γιόρντανς (1593-1678), συνεργάτης του Ρούμπενς, εκπροσωπείται με την Προσκύνηση των ποιμένων, ενώ ένα αντίγραφο από τη Γιορτή των Επιφανίων, που αποδίδεται στο εργαστήριο ή σε συνεχιστή του, μαρτυρεί την απήχηση του έργου του στους καλλιτέχνες της εποχής.

Στοιχεία της γαλλικής σχολής διαφαίνονται στο έργο Η Αθηνά επισκέπτεται τις Μούσες, που αποδίδεται στον Χεράρ ντε Λερές (1640-1711), ενώ αντίθετα, της φλαμανδικής είναι εμφανή σε έργα γάλλων ζωγράφων, όπως στις Νεκρές φύσεις του Ζακ Λινάρ (1597-1615).

Η εποχή του γαλλικού Ροκοκό, με θέματα ανάλαφρα και ευχάριστα, αντιπροσωπεύεται από δύο μιμητές του Φρανσουά Μπουσέ (1703-1770) με τα έργα Ερωτιδείς στον τρύγο και Αφροδίτη και Έρωτας.

Τέλος, δύο έργα κορυφαίων ζωγράφων εκπροσωπούν την γαλλική σχολή του 19ου αιώνα: η Νεκρή φύση με άνθη και φρούτα, του Ανρί Φαντέν-Λατούρ (1836-1904) και το Επεισόδιο του Ελληνικού Αγώνα, του Εζέν Ντελακρουά (1798-1863), το οποίο, εκτός από εξαίσιο δείγμα της τέχνης του μεγάλου ρομαντικού ζωγράφου, προτείνει και ένα σύγχρονο παράδειγμα του γαλλικού φιλελληνισμού.

Όπως εύκολα μπορεί να γίνει αντιληπτό, η ταυτότητα πολλών έργων είναι άγνωστη. Αποδίδονται σε ονόματα γνωστά ή λιγότερο γνωστά, σε συνεργάτες, σε σχολές. Το γεγονός αυτό όμως δεν υποβαθμίζει την καλλιτεχνική τους αξία. Παραμένουν μάρτυρες της αισθητικής της εποχής τους, ενώ η συνέκθεσή με έργα επώνυμων ζωγράφων αναδεικνύει όχι μόνο τις ιδιαιτερότητες κάθε σχολής αλλά και τις αλληλεπιδράσεις τους.