Επιτύμβια γλυπτική

Οι χριστιανοί, πριν αλλά και στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, συνήθιζαν να θάβουν τους νεκρούς τους στις ενοριακές ή στις ιδιόκτητες εκκλησίες
τους, διατηρώντας τη συνήθεια αυτή για λίγα χρόνια ακόμη μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους. Οργανωμένα νεκροταφεία φαίνεται ότι άρχισαν να λειτουργούν από το 1834, με διάταγμα που απαγόρευε την ταφή στις εκκλησίες και ρύθμιζε τη λειτουργία των Νεκροταφείων. Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς ιδρύθηκε το Α΄ Νεκροταφείο στην Αθήνα• δημιουργήθηκε πάντως τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια και ήταν ήδη σε
λειτουργία το 1837, όπως φαίνεται και από αντίστοιχες χρονολογίες θανάτου σε τάφους. Ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα θεωρείτο από τα αξιοθέατα της πόλης, καθώς συγκέντρωνε τάφους με αξιόλογα γλυπτά μνημεία, και με τα χρόνια μετατράπηκε σε πραγματικό υπαίθριο μουσείο της νεοελληνικής γλυπτικής. Στους τάφους συναντώνται ορισμένα χαρακτηριστικά θέματα, που έχουν τις ρίζες τους κυρίως στην αρχαία ελληνική επιτύμβια γλυπτική, αλλά και στην Αίγυπτο, την Ετρουρία ή την ευρωπαϊκή επιτύμβια γλυπτική.

Το Πενθούν πνεύμα, ο άγγελος του θανάτου, σαν εικονογραφικός τύπος προέρχεται από την ελληνιστική και ρωμαϊκή επιτάφια γλυπτική και
υπήρξε ένα μοτίβο ιδιαίτερα προσφιλές στα κλασικιστικά επιτύμβια μνημεία. Στην Ελλάδα το έφερε ο γερμανός γλύπτης Κρίστιαν Ζίγκελ (1808-1883) με τη μορφή του ανάγλυφου όρθιου γυμνού αγγέλου που κρατά μια αναποδογυρισμένη δάδα, σύμβολο της ζωής που σβήνει. Το αρχικό αυτό μοτίβο
στη συνέχεια παραλλάχθηκε και εμπλουτίστηκε και με άλλα νεκρικά σύμβολα. Αργότερα αποδόθηκε ολόγλυφο, με τον άγγελο καθισμένο σε στάση στοχαστική ή πεσμένο μπροστά να θρηνεί αγκαλιάζοντας μια τεφροδόχη.

Η ξαπλωμένη ή ανακεκλιμένη μορφή πάνω σε σαρκοφάγο-κλίνη ή ανάκλιντρο, ένα θέμα που ξεκίνησε από την Ετρουρία τον 6ο-5ο αιώνα π.Χ. και χρησιμοποιήθηκε ιδιαίτερα στην ευρωπαϊκή κλασικιστική γλυπτική, βρήκε την κορυφαία της έκφραση στην Κοιμωμένη, το διασημότερο έργο της πρώτης περιόδου της καλλιτεχνικής δημιουργίας του Γιαννούλη Χαλεπά.