19ος αιώνας. Οι πρώτοι Νεοέλληνες γλύπτες


Όταν το 1811 ο Παύλος Προσαλέντης ίδρυε στην Κέρκυρα την πρώτη Καλλιτεχνική Σχολή στον ελληνικό χώρο, η υπόλοιπη Ελλάδα βρισκόταν ακόμη κάτω από τον τουρκικό ζυγό. Οι πρώτοι εκπρόσωποι της γλυπτικής, που θα σηματοδοτήσουν και την απαρχή της στα μετεπαναστατικά χρόνια, δεν είχαν ακόμη γεννηθεί. Η ενασχόληση με τη γλυπτική εντοπιζόταν στα τηνιακά μαρμαρογλυφεία με τη μακρόχρονη παράδοση στην επεξεργασία του μαρμάρου, περιοριζόταν όμως σε εργασίες διακοσμητικού τύπου. Η οικοδομική δραστηριότητα, που άρχισε να εκδηλώνεται με τη μεταφορά της πρωτεύουσας του ελεύθερου ελληνικού κράτους από το Ναύπλιο στην Αθήνα το 1834 αποτέλεσε πόλο έλξης των έμπειρων τηνιακών τεχνιτών, που έρχονταν στην Αθήνα για να εργαστούν στη διακόσμηση των νέων οικοδομημάτων.

Η ανάγκη όμως για συστηματικότερη διδασκαλία των τεχνών, που εντασσόταν στο πλαίσιο της ευρύτερης αναμόρφωσης του νεοσύστατου κράτους, ήταν επιτακτική. Έτσι, στις 31 Δεκεμβρίου του 1836/12 Ιανουαρίου 1837 ιδρύθηκε το «Σχολείον των Τεχνών», όπου η γλυπτική άρχισε να διδάσκεται συστηματικά από το 1847, χρονιά που διορίστηκε καθηγητής ο γερμανός γλύπτης Κρίστιαν Ζίγκελ (1808-1883).

Ο Ζίγκελ έφερε στην Ελλάδα το κλασικιστικό πνεύμα που επικρατούσε στην Ευρώπη από τα μέσα του 18ου αιώνα, στη δημιουργία του οποίου συνέβαλαν οι ανασκαφές στην Πομπηία και το Ερκουλάνεουμ και τα κείμενα του γερμανού αρχαιολόγου Γιόχαν Γιόακιμ Βίνκελμαν. Ο νεοκλασικισμός χαρακτηριζόταν από την επιστροφή στην αρχαία ελληνική και τη ρωμαϊκή τέχνη, με την αναβίωση κλασικών μοτίβων και θεμάτων.

Μέσα στο πνεύμα αυτό διαμορφώθηκαν οι πρώτοι γλύπτες που άρχισαν να φοιτούν επίσημα στο Σχολείον των Τεχνών, όπως ο Ιωάννης Κόσσος, οι Τήνιοι Γεώργιος και Λάζαρος Φυτάλης και ο Λεωνίδας Δρόσης, που φιλοτέχνησε το γλυπτικό διάκοσμο της Ακαδημίας Αθηνών και αναδείχθηκε στον σημαντικότερο εκπρόσωπο του κλασικισμού στην Ελλάδα. Οι γλύπτες αυτοί συνέχιζαν μια οικογενειακή παράδοση στη γλυπτική. Την κλασικιστική παιδεία που πήραν στο Σχολείον των Τεχνών τη συμπλήρωσαν στη Ρώμη και το Μόναχο. Τα θέματα με τα οποία ασχολήθηκαν απηχούν την παιδεία αυτή ως προς το ύφος, ενώ το περιεχόμενό τους προσαρμόστηκε σε μεγάλο βαθμό στις απαιτήσεις του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, με τη δημιουργία ανδριάντων και προτομών αγωνιστών της Επανάστασης, προσωπικοτήτων της εποχής και εύπορων αστών, καθώς και ταφικών μνημείων. Ταυτόχρονα, αλληγορικές και μυθολογικές συνθέσεις, ηθογραφικά θέματα και έργα εμπνευσμένα από την αρχαιότητα συμπλήρωναν τη θεματογραφία τους.