Λαϊκή γλυπτική

Η άνθηση που γνώρισε η γλυπτική στην αρχαία Ελλάδα υποχώρησε με την επικράτηση του Χριστιανισμού, με αποτέλεσμα να περιοριστεί σε ένα
ρόλο εντελώς διακοσμητικό. Στα μεταβυζαντινά χρόνια επιβίωσε στη λαϊκή τέχνη, σε ξυλόγλυπτα, μεταλλόγλυφα και λιθανάγλυφα μέχρι τις αρχές
του 19ου αιώνα, οπότε αναβίωσε και πάλι με μορφή αυτόνομη στα Επτάνησα. Η ηπειρωτική και η νησιωτική Ελλάδα έχουν να επιδείξουν πολύ
αξιόλογα δείγματα λαϊκής γλυπτικής ανώνυμων, κυρίως, τεχνιτών, που συναντώνται σε κρήνες, αρχιτεκτονικά ανάγλυφα, διακοσμητικές
εντοιχισμένες πλάκες σε σπίτια και εκκλησίες και ανάγλυφες ταφόπετρες. Η τεχνοτροπία τους συνδυάζει στοιχεία από τη Δύση, την Ανατολή και τη λαϊκή παράδοση.

Στις Κυκλάδες, και ιδιαίτερα στην Τήνο, με τη μακρά παράδοση στην επεξεργασία του μαρμάρου, συναντώνται κάθε μορφής λιθανάγλυφα. Τα υπέρθυρα είναι μια ιδιαίτερη κατηγορία με ξεχωριστή σημασία, γιατί συνδέονται με την είσοδο του σπιτιού, που αποτελεί το σύνορο ανάμεσα στον
έξω κόσμο και τον ιδιωτικό χώρο. Γι’ αυτό και υπήρχε πάντα ιδιαίτερη μέριμνα να αποκλείσουν από το σπίτι την είσοδο κάθε δαιμονικής ή κακοποιού δύναμης. Το γεγονός αυτό οδήγησε, μεταξύ άλλων, και στον εντοιχισμό διαφόρων στοιχείων με φυλακτικό και αποτροπαϊκό χαρακτήρα.

Οι φεγγίτες είναι μια ξεχωριστή κατηγορία υπέρθυρων με μεγάλη διάδοση στην Τήνο. Σε σχήμα διάτρητης ανάγλυφης αψίδας, τοποθετούνται πάνω από τις πόρτες ή τα παράθυρα και έχουν πολλαπλή λειτουργία: δομική, γιατί καλύπτουν το ανακουφιστικό τρίγωνο πάνω από το υπέρθυρο, πρακτική, γιατί επιτρέπουν στο φως να εισχωρήσει στο εσωτερικό, αισθητική, αφού κοσμούνται με διάφορες παραστάσεις και μαγική, γιατί οι διακοσμητικές παραστάσεις έχουν συχνά φυλακτικό ή αποτροπαϊκό χαρακτήρα.

Ένα επώνυμο δείγμα λαϊκής γλυπτικής λίγο πριν την εμφάνιση της επίσημης γλυπτικής στο ελεύθερο ελληνικό κράτος είναι ο «Ανεμόμυλος», που φιλοτέχνησε το 1837 ο μαρμαρογλύπτης Χατζηαντώνης Λύτρας, πατέρας του ζωγράφου Νικηφόρου Λύτρα, με τη χαρακτηριστική αντίληψη του
λαϊκού τεχνίτη: διακοσμητική σχηματοποίηση, σεβασμό του επιπέδου, απουσία προοπτικής στην απόδοση των μορφών και περιφρόνηση του
κανόνα των αναλογιών.