National gallery
19ος αιώνας


Η άνθηση που γνώρισε η γλυπτική στην αρχαία Ελλάδα και η θέση που εξακολούθησε να κατέχει τους αιώνες που ακολούθησαν δεν είχε ανάλογη συνέχεια. Η επικράτηση του Χριστιανισμού την οδήγησε σε σταδιακή υποβάθμιση και σε ρόλο διακοσμητικό. Στα μεταβυζαντινά χρόνια επιβίωσε στη λαϊκή τέχνη σε ξυλόγλυπτα, μεταλλόγλυφα και λιθανάγλυφα.

Η επανεμφάνιση της γλυπτικής ως τέχνης αυτόνομης και η αποδέσμευσή της από το δευτερεύοντα διακοσμητικό της ρόλο πραγματοποιήθηκε στις αρχές του 19ου αιώνα στα Επτάνησα, με τον κερκυραίο γλύπτη Παύλο Προσαλέντη τον πρεσβύτερο (1784-1837). Ο Προσαλέντης υπήρξε ο πρώτος ακαδημαϊκός νεοέλληνας γλύπτης και ο ιδρυτής, το 1811, της πρώτης Καλλιτεχνικής Σχολής στον ελληνικό χώρο. Το έργο του αντανακλά τα κλασικιστικά διδάγματα της Ακαδημίας του Αγίου Λουκά στη Ρώμη και του μεγάλου κλασικιστή γλύπτη Αντόνιο Κανόβα (1757-1822), ενώ η θεματογραφία του, που περιλαμβάνει κυρίως ανδριάντες και προτομές, καθώς και ορισμένες συνθέσεις εμπνευσμένες από τη μυθολογία, ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της αγγλοκρατούμενης κερκυραϊκής κοινωνίας. Η προτομή του Πλάτωνα (1815, σήμερα στην Εθνική Γλυπτοθήκη), το πρώτο χρονολογημένο γλυπτό της σύγχρονης Ελλάδας, είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα του πνεύματος στο οποίο κινήθηκε. Μαζί με το φίλο και συνεργάτη του Δημήτριο Τριβώλη-Πιέρη (1785-1808) και το μαθητή του Ιωάννη-Βαπτιστή Καλοσγούρο (1794-1878) αποτελούν τους τρεις εκπροσώπους της Επτανησιακής Σχολής στη γλυπτική, που όμως παρέμεινε ανεξάρτητη από τον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο και δεν είχε συνέχεια ως την εμφάνιση του Κεφαλλονίτη Γεωργίου Μπονάνου (1863-1940).

Την εποχή που ο Προσαλέντης ίδρυε την Καλλιτεχνική Σχολή του στην Κέρκυρα η υπόλοιπη Ελλάδα βρισκόταν ακόμη κάτω από τον τουρκικό ζυγό. Οι πρώτοι εκπρόσωποι της γλυπτικής, που θα σηματοδοτήσουν και την απαρχή της στα μετεπαναστατικά χρόνια, δεν είχαν ακόμη γεννηθεί. Το μικρό ζωγραφισμένο ξυλόγλυπτο του Γεωργίου Καραϊσκάκη, που φιλοτέχνησε το 1829 ο Κωνσταντίνος Παπαδημητρίου από τα Άγραφα, αποτελεί ένα μεμονωμένο δείγμα ενός λαϊκού τεχνίτη που, με το δικό του απλοϊκό ύφος, θέλησε να απαθανατίσει τον αγωνιστή της Επανάστασης. Η ενασχόληση με τη γλυπτική εντοπιζόταν στα τηνιακά μαρμαρογλυφεία με τη μακρόχρονη παράδοση στην επεξεργασία του μαρμάρου, περιοριζόταν όμως σε εργασίες διακοσμητικού τύπου. Η οικοδομική δραστηριότητα που άρχισε να εκδηλώνεται με τη μεταφορά της πρωτεύουσας του ελεύθερου ελληνικού κράτους από το Ναύπλιο στην Αθήνα το 1834 αποτέλεσε πόλο έλξης των έμπειρων τηνιακών τεχνιτών, που έρχονταν στην Αθήνα για να εργαστούν στη διακόσμηση των νέων οικοδομημάτων. Το γεγονός αυτό αντικατόπτριζε το γενικότερο πνεύμα της εποχής, σύμφωνα με το οποίο η αρχιτεκτονική ήταν στενά συνδεδεμένη με τη γλυπτική. Ήδη το 1835 οι τηνιακής καταγωγής αδελφοί Ιάκωβος (;-1903) και Φραγκίσκος Μαλακατές (;-1914) ίδρυσαν στην Αθήνα το πρώτο εργαστήριο γλυπτικής με το όνομα "Ερμογλυφείον", αναλαμβάνοντας πολλές αρχιτεκτονικές εργασίες. Στο εργαστήριο αυτό δούλεψαν πολλοί από τους μετέπειτα αξιόλογους έλληνες γλύπτες. Η ανάγκη όμως για συστηματικότερη διδασκαλία των τεχνών, που εντασσόταν στο πλαίσιο της ευρύτερης αναμόρφωσης του νεοσύστατου κράτους, ήταν επιτακτική. Έτσι, το 1837 ιδρύθηκε το Σχολείον των Τεχνών, όπου η γλυπτική άρχισε να διδάσκεται συστηματικά από το 1847, χρονιά που διορίστηκε καθηγητής ο γερμανός γλύπτης Κρίστιαν Ζίγκελ (1808-1883).

 Ο Ζίγκελ έφερε στην Ελλάδα το κλασικιστικό πνεύμα που είχε ήδη επικρατήσει στην Ευρώπη από τα μέσα του 18ου αιώνα, στη δημιουργία του οποίου συνέβαλαν οι ανασκαφές στην Πομπηία και το Ερκουλάνεουμ και τα κείμενα του γερμανού αρχαιολόγου Γιόχαν Γιόακιμ Βίνκελμαν. Ο νεοκλασικισμός χαρακτηριζόταν από την επιστροφή στην αρχαία ελληνική και τη ρωμαϊκή τέχνη, με την αναβίωση κλασικών μοτίβων και θεμάτων. Μέσα στο πνεύμα αυτό διαμορφώθηκαν οι πρώτοι γλύπτες που άρχισαν να φοιτούν επίσημα, όπως ο Δημήτριος (1819-1872) και ο Ιωάννης Κόσσος (1822-1873), οι Τήνιοι Γεώργιος (1830-1880) και Λάζαρος Φυτάλης (1831-1909) και ο Λεωνίδας Δρόσης (1834-1882). Οι γλύπτες αυτοί συνέχιζαν μια οικογενειακή παράδοση στη γλυπτική. Ο πατέρας των Κόσσων ήταν κατασκευαστής ακρόπρωρων, οι Φυτάληδες είχαν μακρά παράδοση στην επεξεργασία του μαρμάρου στην Τήνο, ενώ ο προπάππος του Δρόση ήταν γλύπτης. Την κλασικιστική παιδεία που πήραν στο Σχολείον των Τεχνών διεύρυναν ο μεν Ιωάννης Κόσσος στη Ρώμη ο δε Δρόσης στο Μόναχο. Τα θέματα με τα οποία ασχολήθηκαν απηχούν την παιδεία αυτή ως προς το ύφος, ενώ το περιεχόμενό τους προσαρμόστηκε και στις απαιτήσεις του νεοσύστατου ελληνικού κράτους.

Ο Ιωάννης Κόσσος αναδείχθηκε σε εθνικό γλύπτη, ασχολούμενος ευρέως με την απεικόνιση αγωνιστών της Επανάστασης (μία σειρά προτομών κοσμεί τους εξώστες του Πανεπιστημίου της Αθήνας) και προσωπικοτήτων της εποχής, ενώ, σε πιο περιορισμένη κλίμακα, ενδιαφέρθηκε για αλληγορικές και μυθολογικές συνθέσεις. Η προτομή της ιταλίδας ηθοποιού Αδελαΐδας Ριστόρι (1867) και η αλληγορική παράσταση της Νύχτας (1864) αποτελούν δείγματα της θεματογραφίας αυτής, αλλά και του μάλλον ψυχρού κλασικιστικού του ύφους. 

 Το ενδιαφέρον του Γεωργίου και του Λάζαρου Φυτάλη, που συχνά εργάζονταν από κοινού, εντοπίστηκε σε ταφικά μνημεία, είδος με επίσης μεγάλη ζήτηση την εποχή εκείνη, σε προτομές και αρχιτεκτονικές διακοσμήσεις, αλλά και σε συνθέσεις μυθολογικού και ηθογραφικού περιεχομένου. Στην τελευταία κατηγορία εντάσσεται και ο Βοσκός με κατσικάκι του Γεωργίου Φυτάλη, ένα πρώιμο έργο που συνδυάζει την κλασικιστική εξιδανίκευση με τις ρεαλιστικές υποδηλώσεις και την επιμελημένη επεξεργασία. Το πρόπλασμά του σε γύψο βραβεύτηκε το 1856 στον Κοντοσταύλειο διαγωνισμό.

Ανάμεσα στους πρώτους αυτούς γλύπτες σημαντικότερος εκπρόσωπος του κλασικιστικού πνεύματος υπήρξε ο Λεωνίδας Δρόσης. Ο Δρόσης ολοκλήρωσε την εκπαίδευσή του στην Ακαδημία του Μονάχου κοντά στον Μαξ φον Βίντνμαν (1812-1895), μαθητή και διάδοχο του κλασικιστή Λούντβιχ Σβάντχαλερ (1802-1848), ταξίδεψε σε ευρωπαϊκές πόλεις και κατέληξε στη Ρώμη, όπου άνοιξε εργαστήριο. Εξαιρετικά δραστήριος και με πλούσια καλλιτεχνική παραγωγή, επηρέασε αρκετούς από τους μεταγενέστερους καλλιτέχνες τόσο με το έργο όσο και με τη διδασκαλία του στο Πολυτεχνείο. Σε αυτόν οφείλεται η γλυπτική διακόσμηση της Ακαδημίας Αθηνών, ανδριάντες και προτομές σημαντικών προσωπικοτήτων, καθώς και αρκετές συνθέσεις εμπνευσμένες από την αρχαιότητα. Η προσαρμογή του στο πνεύμα του κλασικισμού και η εξαιρετική δεξιότητά του στην επεξεργασία του μαρμάρου είναι φανερές και στην Πηνελόπη (1873) της Εθνικής Πινακοθήκης. Η στάση της είναι αναμφισβήτητα επηρεασμένη από το αρχαιοελληνικό φειδιακό πρότυπο της Αφροδίτης, που συνεχίζεται με την Αγριππίνα του 4ου μ.Χ. αιώνα στο μουσείο του Καπιτωλίου και τη μητέρα του Ναπολέοντα Λετίτσια Ραμολίνο Μποναπάρτε (1804-1807) του Αντόνιο Κανόβα (συλλογή του δούκα του Devonshire, Chatsworth). Το πρόπλασμα του έργου βραβεύτηκε με το χρυσό νομισματόσημο στην έκθεση των Ολυμπίων το 1870 και ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ διέθεσε τριάντα χιλιάδες δραχμές για τη μεταφορά του σε μάρμαρο. Το 1939 τα Ανάκτορα το δώρισαν στην Εθνική Πινακοθήκη.

Παρά το γεγονός ότι η κλασικιστική έκφραση κρατά τα πρωτεία στην ελληνική γλυπτική του 19ου αιώνα, από τη δεκαετία του 1870 αρχίζουν να κάνουν την εμφάνισή τους και άλλες τάσεις. Παράλληλα με τις κρατικές και ιδιωτικές παραγγελίες, οι καλλιτέχνες στρέφονται και σε συνθέσεις ελεύθερης έμπνευσης, διευρύνοντας σταδιακά τη θεματογραφία τους. Ο Τήνιος Δημήτριος Φιλιππότης (1834-1919) είναι από τους πρώτους που θα ενδιαφερθούν για την ελεύθερη και πιο ρεαλιστική σύνθεση, έστω και αν δεν αποκόπτεται τελείως από την κλασικιστική παράδοση. Οι παιδικές μορφές στη φύση, όπως ο Θεριστής (1870, Ζάππειο) και ο Μικρός ψαράς (1874, Ζάππειο) θα αποτελέσουν ένα νέο είδος στην υπάρχουσα και επαναλαμβανόμενη θεματική των παλαιότερων γλυπτών και θα συνδέσουν την ελληνική γλυπτική με τις αντιλήψεις της Ευρώπης. Η στροφή του στη ρεαλιστική απεικόνιση είναι εμφανής και στις προτομές του, όπως αυτή της Αικατερίνης Κωνσταντινίδου (1896), αλλά και στα ταφικά μνημεία που φιλοτέχνησε κατόπιν παραγγελίας.

Κλασικιστική παιδεία είχε πάρει και ο Γεώργιος Βρούτος (1843-1909), στο Σχολείον των Τεχνών από τον Γεώργιο Φυτάλη, στο εργαστήριο του Ιωάννη Κόσσου και στην Ακαδημία του Αγίου Λουκά στη Ρώμη, από μαθητές του Κανόβα. Η παιδεία αυτή, αν και παρέμεινε ζωντανή σε όλη τη διάρκεια της καλλιτεχνικής του πορείας, συνδυάστηκε με προσπάθεια προσαρμογής σε πιο ρεαλιστικές αντιλήψεις και απομάκρυνσης από την τυποποιημένη θεματογραφία - προτομές, ανδριάντες, ταφικά μνημεία - των παραγγελιών. Στο πλαίσιο αυτό και με ολοφάνερη διάθεση να καινοτομήσει, μετέφερε το 1877 σε μάρμαρο το πρόπλασμα του έργου Το πνεύμα του Κοπέρνικου, που είχε φιλοτεχνήσει το 1873 στη Ρώμη και είχε εκθέσει το 1875 στα Ολύμπια. Η αντεστραμμένη μορφή με τα πόδια στον αέρα, γνωστή από την ελληνιστική σύνθεση Παιδί με δελφίνι (ρωμαϊκό αντίγραφο στο Εθνικό Μουσείο της Νάπολι), επαναλαμβάνεται στη σύνθεση του Κανόβα Ηρακλής και Λίχας (1795-1815, Galleria Nazionale d’ Arte Moderna, Ρώμη). Η φτερωτή μορφή, εξάλλου, που συμβολίζει το πνεύμα μιας σημαντικής προσωπικότητας και στηρίζεται στην υδρόγειο ήταν ήδη γνωστή από το κενοτάφιο του Ντεκάρτ στην εκκλησία Άντολφ Φρέντρικ της Στοκχόλμης, που φιλοτέχνησε ο σουηδός γλύπτης Γιόχαν Τομπίας Ζέργκελ (1740-1814). Για το ελληνικό κοινό πάντως η σύνθεση ήταν εξαιρετικά τολμηρή και η προσπάθεια αυτή δεν είχε συνέχεια. Αντίθετα, στη Λήδα με τον κύκνο, που ανήκει στον κύκλο των μυθολογικών του συνθέσεων, επεξεργάζεται ένα θέμα αγαπητό από την αρχαιότητα, που επανέρχεται τόσο στην ευρωπαϊκή ζωγραφική όσο και στη γλυπτική. Έργα επίσης όπως το Παιδί με τον κάβουρα Καρκινοφοβία, 1891) ή ο Έρωτας που σπάζει το τόξο του (π. 1896), που το 1900 βραβεύτηκε στην Παγκόσμια Έκθεση στο Παρίσι, εντάσσονται σε μια ευρύτερα αποδεκτή θεματογραφία που αντλεί το πρότυπό της από την ηθογραφική σχολή της ευρωπαϊκής τέχνης. Οι συνθέσεις αυτού του τύπου προορίζονταν για τη διακόσμηση των ιδιωτικών και δημόσιων κήπων με σκοπό την τέρψη του κοινού, όπως δηλώνει και η τοποθέτηση ενός άλλου αντιτύπου του Έρωτα που σπάζει το τόξο του στον κήπο του Ζαππείου.

Γύρω στα μέσα της δεκαετίας του 1870 εμφανίζεται στο καλλιτεχνικό προσκήνιο ο Γιαννούλης Χαλεπάς (1851-1938), ο γλύπτης της Κοιμωμένης του 1ου Νεκροταφείου και μία από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες της νεοελληνικής γλυπτικής. Γιος μαρμαροτεχνίτη από την Τήνο, πήρε τα πρώτα μαθήματα από τον πατέρα του και συνέχισε στο Σχολείο των Τεχνών με τον Λεωνίδα Δρόση και στην Ακαδημία του Μονάχου με τον Μαξ φον Βίντνμαν. Τα κλασικιστικά διδάγματα των δασκάλων του και το ευρύτερο καλλιτεχνικό περιβάλλον της βαυαρικής πρωτεύουσας συνέτειναν στην καλλιέργεια του αναμφισβήτητου ταλέντου του. Ως το 1878, που εμφανίστηκαν τα πρώτα συμπτώματα αποκλίνουσας συμπεριφοράς, φιλοτέχνησε έργα που αποτελούν μοναδικά δείγματα αφομοίωσης του κλασικιστικού ιδιώματος. Ο Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτα (1877, σήμερα στην Εθνική Γλυπτοθήκη) συνδυάζει αυτήν ακριβώς την αφομοίωση με την αγάπη του για την αρχαία ελληνική γλυπτική και τις μυθολογικές παραστάσεις, που επανέρχονται συνεχώς στο έργο του. Η περίοπτη αυτή σύνθεση αποτελεί την πρώτη παραλλαγή ενός θέματος που ο Χαλεπάς δούλεψε συνολικά δώδεκα φορές ως το 1936. Το πρόπλασμα του έργου τιμήθηκε με χρυσό μετάλλιο το 1875 στην έκθεση του Μονάχου και με το "αργυρούν νομισματόσημον Α΄ τάξεως" στα Ολύμπια της ίδιας χρονιάς, ενώ το μάρμαρο παρουσιάστηκε το 1878 στη Διεθνή Έκθεση στο Παρίσι.

Παρόλο που η ελληνική γλυπτική του 19ου αιώνα χαρακτηρίζεται από την κυριαρχία του κλασικισμού, η ανάγκη ανανέωσης της πλαστικής γλώσσας οδήγησε σε μια μακρά μεταβατική περίοδο, που χαρακτηρίζεται από τη συνύπαρξη της κλασικιστικής παράδοσης με ρεαλιστικές κατευθύνσεις. Ακόμη και καλλιτέχνες με κλασικιστική παιδεία, όπως ο Γεώργιος Μπονάνος (1863-1940) και ο Θωμάς Θωμόπουλος (1873-1937), που είχαν μετεκπαιδευτεί στο Μόναχο και την Ιταλία, ενδιαφέρθηκαν για τις νεότερες αντιλήψεις που επικρατούσαν ήδη στην Ευρώπη. Η παρουσία του Ροντέν (1840-1917) τάραζε το κατεστημένο της ευρωπαϊκής γλυπτικής και το Παρίσι έγινε σταδιακά πόλος έλξης των ελλήνων γλυπτών. Ο Τήνιος Λάζαρος Σώχος (1862-1911), ο γλύπτης του έφιππου ανδριάντα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη (1904, Παλιά Βουλή), είναι ο πρώτος που, το 1885, στράφηκε στη γαλλική πρωτεύουσα. Το έργο του, που αντανακλά τη μεταβατική περίοδο στην οποία έχει εισέλθει η νεοελληνική γλυπτική, συνδυάζει τη μακροχρόνια κλασικιστική παράδοση με ρεαλιστικά στοιχεία και με τις προσωπικές ιδεαλιστικές του αντιλήψεις. Η αλλαγή του προσανατολισμού έχει ήδη αρχίσει και θα φανεί σταδιακά αλλά σαφέστερα με τους καλλιτέχνες που θα ακολουθήσουν.