Η Αφροδίτη Λίτη από την αρχή αναζήτησε τις πηγές της έμπνευσής της στη φύση. Ξεκινώντας από την εξονυχιστική παρατήρησή της, μετασχηματίζει την πραγματικότητα σε υπερμεγέθεις παραστατικές εικόνες του φυσικού κόσμου, που αναπτύσσονται στο έδαφος ή αιωρούνται, και δημιουργεί άλλοτε μια ποιητική, ονειρική ατμόσφαιρα με φύλλα, καρπούς, λουλούδια, σκαθάρια, σαύρες, κλαδιά και δέντρα με πουλιά ή φυσικά στιγμιότυπα και άλλοτε μια εικόνα διαμαρτυρίας ενάντια στην καταστροφική επέμβαση του ανθρώπου.
Ένα φύλλο πλατανιού είναι η πρώτη φυσική εικόνα που μετέπλασε σε υπερμεγέθη γλυπτική κατασκευή. Κατασκευασμένο το 1984 από σίδερο και καθρέφτη σε διάφορα σχήματα, απλώνεται στο έδαφος αντανακλώντας τον ουρανό και το φυσικό περιβάλλον, όπως το Φύλλο που αντανακλά τον ουρανό και το τοπίο στον κήπο της Εθνικής Γλυπτοθήκης.
Το έργο είναι εμπνευσμένο από το ποίημα του Κωνσταντίνου Καβάφη “Τεχνητά άνθη”
Κ.Π. Καβάφης
Τεχνητά άνθη
Δεν θέλω τους αληθινούς ναρκίσσους – μηδέ κρίνοι
μ’ αρέσουν, μηδέ ρόδ’ αληθινά.
Τους τετριμμένους, τους κοινούς κήπους κοσμούν. Με δίνει
η σάρκα των πικρία, κούρασι, κι οδύνη –
τα κάλλη των βαρυούμαι τα φθαρτά.
Δώστε με άνθη τεχνητά – οι δόξες του τσινιού και του μετάλλου –
που δεν μαραίνονται και δεν σαπίζουν, με μορφές που δεν γερνούν.
άνθη των εξαισίων κήπων ενός τόπου άλλου,
που Θεωρίες, και Ρυθμοί, και Γνώσεις κατοικούν.
Άνθη αγαπώ από υαλί ή από χρυσό πλασμένα,
της Τέχνης της πιστής δώρα πιστά
με χρώματ’ απ’ τα φυσικά πιο εύμορφα βαμμένα,
και με σεντέφι και με σμάλτο δουλευμένα,
με φύλλα και κλωνάρια ιδανικά.
Παίρνουν την χάρι των από σοφή κι αγνότατη Καλαισθησία•
μέσα στα χώματα δεν φύτρωσαν και μες τες λάσπες ρυπαρά.
Εάν δεν έχουν άρωμα, θα χύσουμ’ ευωδία,
θα κάψουμ’ εμπροστά των μύρα αισθηματικά.
Πολύπλευρη καλλιτεχνική φύση, ο Άγγελος Παπαδημητρίου ασχολείται με τις εικαστικές τέχνες, αλλά και με τη σκηνογραφία, το τραγούδι και την ηθοποιία, έχοντας δουλέψει για το θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Στο εικαστικό του έργο γίνεται αναφορά στην ιστορία της τέχνης με πνεύμα κριτικό και ανατρεπτικό, ενώ είναι έντονα τα στοιχεία της ειρωνείας, του αυτοσαρκασμού και του χιούμορ.
Το έργο “Απόλλων/Άπ’όλον” συνδυάζει με ευρηματικό και τολμηρό τρόπο στοιχεία της αρχαιότητας με χαρακτηριστικά της νεοελληνικής πραγματικότητας και του Νεοέλληνα, για να αποτυπώσει μια πλευρά της ελληνικής κοινωνίας και της αντίληψης που τη χαρακτηρίζει ως στάση ζωής, παραπέμποντας σε εύλογους συνειρμούς και συγκρίσεις.
Η απόδοση της προοπτικής και η επέκταση στο χώρο είναι τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν το μεγαλύτερο μέρος του έργου της Όπυς Ζούνη. Με αφετηρία την παρατήρηση της φύσης και του περιβάλλοντος, η επέκταση στο χώρο επιτυγχάνεται με τη βοήθεια της οφθαλμαπάτης, μέσω της γεωμετρικής δομής και των γεωμετρικών σχημάτων, καθώς και των αντιθέσεων φωτός και σκιάς, που δημιουργούνται με τη χρήση του χρώματος.
Σε ορισμένα έργα της υποδηλώνεται η επέκταση στο ανοιχτό, γεμάτο φως περιβάλλον, με σκοπό να αποδοθεί το τοπίο των μεγαλουπόλεων σε μια αρμονική συνύπαρξη με τη φύση. Αυτό επιτυγχάνεται με την αντιπαράθεση αυστηρά γεωμετρικών τμημάτων με το φωτεινό, αποδοσμένο με ανήσυχες και κοφτές πινελιές ύπαιθρο. Αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας είναι οι τρισδιάστατες κολόνες, στις οποίες η διαδοχή οριζόντιων γεωμετρικών σχημάτων εναλλασσόμενου χρωματισμού καταλήγει σε κοφτές ζωγραφικές πινελιές, όπως στον “Λευκό κίονα” που εκτίθεται στην Εθνική Γλυπτοθήκη.
Η Αφροδίτη Λίτη από την αρχή αναζήτησε τις πηγές της έμπνευσής της στη φύση. Ξεκινώντας από την εξονυχιστική παρατήρησή της, μετασχηματίζει την πραγματικότητα σε υπερμεγέθεις παραστατικές εικόνες του φυσικού κόσμου, που αναπτύσσονται στο έδαφος ή αιωρούνται, και δημιουργεί άλλοτε μια ποιητική, ονειρική ατμόσφαιρα με φύλλα, καρπούς, λουλούδια, σκαθάρια, σαύρες, κλαδιά και δέντρα με πουλιά ή φυσικά στιγμιότυπα και άλλοτε μια εικόνα διαμαρτυρίας ενάντια στην καταστροφική επέμβαση του ανθρώπου.
Το “Φτερό με πουλιά” είναι μια από τις χαρακτηριστικές δημιουργίες της, εμπνευσμένη από το θρησκευτικό ποίημα “Το Συνέδριο των Πουλιών” του πέρση ποιητή του 12ου αιώνα Φαρίντ-Ουντίν-Αττάρ, και αποτελεί μέρος της ενότητας έργων “Το συνέδριο των πουλιών και των καρπών”.
Ο Παντελής Χανδρής, σπούδασε γραφικές τέχνες και ζωγραφική. Χρησιμοποιεί όμως μια εικαστική γλώσσα με σαφή εννοιολογική κατεύθυνση, που εκφράζεται κυρίως μέσω κατασκευών και διαμορφώσεων του χώρου. Οι κατασκευές και οι διαμορφώσεις αυτές αναφέρονται στη φύση ή σε ανθρώπινες ανάγκες και αναζητήσεις που σχετίζονται με το συνειδητό και το ασυνείδητο. Διαμορφώνονται με τη βοήθεια της οπτικής πραγματικότητας, η οποία όμως έχει συμβολικό χαρακτήρα.
Η ανδρική φιγούρα με το παλτό εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην τριλογία “Συνομιλίες με μια χειμωνιάτικη φιγούρα”. Στη συνέχεια έγινε η βασική μορφή σε μια σειρά συνθέσεων με το γενικό τίτλο “Υπόστασις”, από την οποία προέρχεται και ο “Κυνηγός”.
Σύμφωνα με τον καλλιτέχνη, ο κυνηγός-θύτης ταυτίζεται με το Εγώ. Ο σκύλος, ο ουσιαστικός θηρευτής, με το Υπερεγώ και το πουλί, με το Αυτό. Έτσι παίρνει μορφή η δομή του ψυχισμού όπως την ανέλυσε ο Φρόιντ. Ο συμβολικός συνδυασμός των τριών αυτών μορφών δίνει τη δυνατότητα στον καλλιτέχνη να εκφράσει ποικίλες καταστάσεις του συνειδητού και του ασυνείδητου, επιτρέποντας ταυτόχρονα στο θεατή μια ελεύθερη προσέγγιση και ερμηνεία.
Ο Λάμπρος Γατής σπούδασε στη Σχολή Βακαλό και εργάστηκε κοντά στη χαράκτρια Βάσω Κατράκη, η γλυπτική όμως αποτέλεσε το κύριο εκφραστικό του μέσο. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 άρχισε να ενδιαφέρεται για τη δυνατότητα μετασχηματισμού και επέκτασης της φόρμας στο χώρο μέσω της κίνησης, δημιουργώντας μεταλλικές κατασκευές συναρμολογημένες από διάφορα άχρηστα αντικείμενα ή εξαρτήματα μηχανών. Οι κατασκευές αυτές, κρεμαστές ή στο έδαφος, φτιαγμένες με φαντασία και επινοητικότητα, μοιάζουν με ρομπότ, φανταστικά όντα ή παράδοξα όπλα και επιβάλλονται στο χώρο μέσω της μηχανικής κίνησης και του φωτισμού.
Το «SBBR G» είναι μια κρεμαστή ηλεκτροκινούμενη κατασκευή που τα μέλη της στρέφονται σε διάφορες κατευθύνσεις, εκπέμπει μικρές δέσμες φωτός και συγχρόνως παράγει ένα παράδοξο ήχο, που θα μπορούσε να είναι ο ήχος ενός άγνωστου όπλου.
Η ανθρώπινη μορφή αποτελεί αποκλειστικά σχεδόν το θέμα της γλυπτικής του Θόδωρου Παπαγιάννη, απαλλαγμένη όμως από τη νατουραλιστική απόδοση. Ο αρχαίος πολιτισμός της Ελλάδας και της ευρύτερης περιοχής της Μεσογείου, η ελληνική λαϊκή παράδοση και η μετεκπαίδευσή του στο Παρίσι συνέβαλαν στη διαμόρφωση του ύφους του.
Χρησιμοποιώντας αρχικά πέτρα, μάρμαρο, χαλκό και πηλό, δημιούργησε συνθέσεις τεκτονικές, που σχηματίζονται από γεωμετρικούς όγκους. Από τα μέσα περίπου της δεκαετίας του ’80 στράφηκε σε καμπύλες φόρμες. Υπερμεγέθεις τοτεμικές φιγούρες αποδοσμένες εντελώς σχηματικά, που παραπέμπουν σε επιβλητικές θεότητες αρχαίων πολιτισμών, παίρνουν μορφή με το συνδυασμό ξύλου, σίδερου, πολυεστέρα, διαφόρων μετάλλων, αλλά και έτοιμων υλικών σε δεύτερη χρήση.
Μια ιδιαίτερη ενότητα αποτέλεσε η σειρά «Τα φαντάσματά μου». Φιγούρες τραγικές και συγχρόνως αποτροπαϊκές, είναι φτιαγμένες από παλιά ξύλα και σίδερα, απομεινάρια των καμένων τμημάτων του Πολυτεχνείου από τους βανδαλισμούς που υπέστη το 1994 και εκφράζουν τη διαμαρτυρία του καλλιτέχνη ενάντια στη βία και τη φθορά.
Η ανθρώπινη μορφή αποτελεί αποκλειστικά σχεδόν το θέμα της γλυπτικής του Θόδωρου Παπαγιάννη, απαλλαγμένη όμως από τη νατουραλιστική απόδοση. Ο αρχαίος πολιτισμός της Ελλάδας και της ευρύτερης περιοχής της Μεσογείου, η ελληνική λαϊκή παράδοση και η μετεκπαίδευσή του στο Παρίσι συνέβαλαν στη διαμόρφωση του ύφους του.
Χρησιμοποιώντας αρχικά πέτρα, μάρμαρο, χαλκό και πηλό, δημιούργησε συνθέσεις τεκτονικές, που σχηματίζονται από γεωμετρικούς όγκους. Από τα μέσα περίπου της δεκαετίας του ’80 στράφηκε σε καμπύλες φόρμες. Υπερμεγέθεις τοτεμικές φιγούρες αποδοσμένες εντελώς σχηματικά, που παραπέμπουν σε επιβλητικές θεότητες αρχαίων πολιτισμών, παίρνουν μορφή με το συνδυασμό ξύλου, σίδερου, πολυεστέρα, διαφόρων μετάλλων, αλλά και έτοιμων υλικών σε δεύτερη χρήση.
Μια ιδιαίτερη ενότητα αποτέλεσε η σειρά “Τα φαντάσματά μου”. Φιγούρες τραγικές και συγχρόνως αποτροπαϊκές, είναι φτιαγμένες από παλιά ξύλα και σίδερα, απομεινάρια των καμένων τμημάτων του Πολυτεχνείου από τους βανδαλισμούς που υπέστη το 1994 και εκφράζουν τη διαμαρτυρία του καλλιτέχνη ενάντια στη βία και τη φθορά.
Η Βάλλυ Νομίδου σπούδασε ζωγραφική. Το έργο της όμως συνδυάζει τη ζωγραφική, τη γλυπτική και το περιβάλλον σε τρισδιάστατες συνθέσεις φτιαγμένες από κάθε είδους υλικά: ξύλο, χαρτί, γύψο, κόλλες, χαρτόνια, εφημερίδες, ύφασμα. Οι ανθρώπινες μορφές, φιγούρες βγαλμένες από την καθημερινότητα, αποτελούν ένα χαρακτηριστικό μέρος της δημιουργίας της. Οι μορφές αυτές οριοθετούν το χώρο και δημιουργούν από μόνες τους, με ελάχιστα παραπληρωματικά μέσα, ένα συγκεκριμένο περιβάλλον.
Το κοριτσάκι στο “Bien venue” (Καλώς όρισες) είναι μια από τις οικείες, καθημερινές μορφές που εξέθεσε το 2003 στη γκαλερί Μέδουσα. Μελαγχολικό και απομονωμένο σε ένα αόρατο περιβάλλον, καινούργιο και προφανώς άγνωστο, ισορροπεί σε μια σανίδα, το μοναδικό στοιχείο που δηλώνει το χώρο.