Σπούδασε αρχικά στην Κρατική Σχολή Τέχνης του Βατούμ, την περίοδο 1937-1939. Από το 1939 ως το 1943 έζησε με την οικογένειά του στην Αθήνα. Το 1943 εγκαταστάθηκε στη Βιέννη και σπούδασε στην Ακαδημία Καλών Τεχνών, ζωγραφική με τον Ρόμπιν Κρίστιαν Άντερσεν και γλυπτική με τον Φριτς Βοτρούμπα (1945-1956). Το 1956 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο της Ακαδημίας, στην οποία το 1968 εξελέγη καθηγητής γλυπτικής. Την περίοδο 1966-1967 δίδαξε στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Αμβούργου.

Αναπτύσσοντας από το 1956 πλούσια εκθεσιακή δραστηριότητα, παρουσίασε το έργο του σε ατομικές, ομαδικές και διεθνείς εκθέσεις και διακρίθηκε επανειλημμένως. Ανάμεσά τους περιλαμβάνονται συμμετοχές στη Μπιενάλε της Βενετίας το 1956 και το 1962 και στη Documenta του Κάσσελ το 1964 και το 1977. Το 1997 οργανώθηκε αναδρομική έκθεση γλυπτικής, ζωγραφικής και σχεδίων του στην Εθνική Πινακοθήκη, μετά το τέλος τη οποίας ο καλλιτέχνης δώρισε στο Μουσείο όλα τα έργα του.

Η ανθρώπινη μορφή αποτελεί το επίκεντρο της γλυπτικής του Αβραμίδη, τόσο στα πρώιμα έργα του σε πέτρα όσο και στα μεταγενέστερα σε μπρούντζο, αλουμίνιο και τεχνητά υλικά. Μετά από μια περίοδο προσαρμογής στο ύφος του δασκάλου του Φριτς Βότρουμπα, προχώρησε σε μια διαφορετική απόδοση της φόρμας. Με εμφανή στοιχεία της αρχαϊκής γλυπτικής, οι μορφές αποδίδονται σχηματικά, σε μορφή στήλης ή κίονα, μεμονωμένες ή σε πολλαπλούς συνδυασμούς, και χαρακτηρίζονται από τη συνύπαρξη κάθετων και οριζόντιων θεμάτων, τη σπονδυλωτή διάρθρωση και τη ρυθμική επανάληψη των στοιχείων που συνθέτουν τους όγκους. Παράλληλα με τη γλυπτική έχει ασχοληθεί με τη ζωγραφική και το σχέδιο, το οποίο καλλιέργησε είτε ως προσχέδιο για τη γλυπτική είτε ως αυτόνομο έργο.

Σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας (1947-53), με δάσκαλο τον Γιάννη Μόραλη. Συνέχισε τις σπουδές του στο Saint Martin’s School of Art του Λονδίνου και στην Ecole des Beaux Arts του Παρισιού. Παρουσίασε την πρώτη του ατομική έκθεση το 1957, στο Παρίσι (Galerie 93), όπου και έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του.
Από την αρχή της καριέρας του ενσωμάτωσε τεχνολογικά στοιχεία στη δουλειά του, χρησιμοποιώντας εκτενώς μικτές τεχνικές και βιομηχανικά υλικά (κινητήρες, κάτοπτρα, φωτοκύτταρα κ.ά.). Ξεκίνησε αξιοποιώντας τις κατακτήσεις της αφηρημένης τέχνης, με ιδιαίτερη έμφαση στην πειθαρχημένη δομή των συνθέσεων και στην υφή των υλικών. Το ενδιαφέρον του για τη λειτουργία του φωτός τον οδήγησε για ένα διάστημα στη δημιουργία φωτο-κινητικών έργων (Kinoptics), με τα οποία έγινε ευρύτερα γνωστός στο διεθνή χώρο κατά τη δεκαετία του ’60. Εκείνη την εποχή συνεργαζόταν αποκλειστικά με τη γκαλερί Redfern στο Λονδίνο, ενώ το 1965 έκανε και την πρώτη του του ατομική έκθεση στην Αθήνα (Χίλτον). Στην προσπάθειά του να εκφράσει τους σύνθετους προβληματισμούς του γύρω από την ανθρώπινη επικοινωνία, την αναγεννητική δύναμη της φύσης και τις επιπτώσεις των σύγχρονων επιστημονικών εξελίξεων στις φυσικές διαδικασίες (Naturmatic, Διαβρώσεις), χρησιμοποίησε μια μεγάλη ποικιλία εικαστικών μέσων, αναζητώντας τα υλικά του άλλοτε στην προχωρημένη τεχνολογία, άλλοτε στη φύση και άλλοτε στις πιο παραδοσιακές τεχνικές της παραστατικής ζωγραφικής.
Από το 1990 επέστρεψε στην Ελλάδα, συνεργάστηκε με τη γκαλερί Δεσμός και εγκαταστάθηκε μόνιμα στα Χανιά, διατηρώντας όμως για αρκετά χρόνια τη στενή του σχέση με τη Γαλλία.
Παρουσίασε το έργο του σε περισσότερες από είκοσι ατομικές εκθέσεις, σεΓαλλία, Αγγλία, Ελλάδα και άλλες Ευρωπαϊκές χώρες. Συμμετείχε επίσης σε αρκετές ομαδικές διοργανώσεις, ιδίως στη Γαλλία (Salon de la Jeune Peinture: 1958, 1959, Salon des Realites Nouvelles: 1972). Συμμετείχε επίσης στην έκθεση Avantgarde, Griechenland (Βερολίνο 1968), μέσω της οποίας παρουσιάστηκε στην Ευρώπη η ελληνική πρωτοποριακή τέχνη. Το 1999 οργανώθηκε η πρώτη του αναδρομική έκθεσημε τίτλο Μεταλλαγές 1950-2000, στην Αθήνα (Το Μήλο Τεχνοχώρος). Η δεύτερη αναδρομική του έκθεσή με τίτλο Ανατροπές 1954-2004 παρουσιάστηκε στη Δημοτική Πινακοθήκη Χανίων το 2005.
(Πηγή: ΙΣΕΤ)

Σπούδασε σκηνογραφία, ενδυματολογία και ζωγραφική στη Σχολή Δοξιάδη με δασκάλους τους Σπύρο Βασιλείου, Α. Τάσσο, Γιάννη Τσαρούχη, Θανάση Απάρτη, Κώστα Πλακωτάρη και Αντώνη Πολυκανδριώτη. Την περίοδο 1963-1966 εργάστηκε ως σκηνογράφος, συνεργαζόμενος με το Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν και άλλα αθηναϊκά θέατρα. Το 1971 πήγε στην Τεχεράνη για να φιλοτεχνήσει το πορτρέτο της βασίλισσας Φαράχ, παραμένοντας τελικά ως το 1978. Η εκθεσιακή του δραστηριότητα, που ξεκίνησε το 1963, περιλαμβάνει ατομικές παρουσιάσεις στην Ελλάδα, την Τεχεράνη και την Κολωνία και συμμετοχές σε Πανελλήνιες και ομαδικές εκθέσεις. Στη ζωγραφική του ενδιαφέρθηκε αρχικά για τη ρεαλιστική απεικόνιση του ελληνικού τοπίου. Στη συνέχεια στράφηκε στις νεκρές φύσεις και τα εσωτερικά με αναγεννησιακή προοπτική και αρχιτεκτονικά στοιχεία περσικής προέλευσης, στα οποία συχνά κυριαρχεί η γυμνή ανδρική μορφή και η φωτογραφική, ρεαλιστική απεικόνιση συνδυάζεται με μια σουρεαλιστική ατμόσφαιρα, ενώ παράλληλα είναι εμφανής η επίδραση της περσικής μινιατούρας.

Έχοντας φοιτήσει για πέντε χρόνια στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Αθήνας (1946-1950) εγκατέλειψε τις σπουδές του και στράφηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών. Μετά από προετοιμασία στο φροντιστήριο του Πάνου Σαραφιανού, σπούδασε στη Σχολή (1950-1955) κοντά στους Ουμβέρτο Αργυρό, Γιάννη Παππά και Γιάννη Μόραλη. Παράλληλα εργαζόταν ως βοηθός του Γιάννη Τσαρούχη σε διάφορες παραγγελίες για σκηνογραφίες, εκτελώντας και ο ίδιος σκηνογραφικές εργασίες.

Από το 1956 ως το 1960 έζησε στη Ρώμη και κατόπιν, ως το 1966, στο Παρίσι. Επέστρεψε στην Ελλάδα αλλά οι πολιτικές συνθήκες τον ανάγκασαν να γυρίσει το 1969 και πάλι στο Παρίσι. Η επεξεργασία των “Μεταναστών”, ενός θέματος-σταθμού στη δουλειά του, τον οδήγησε στο Βερολίνο, όπου εργάστηκε για δύο σχεδόν χρόνια με υποτροφία της D.A.A.D. (1973-1975). Το 1976 εγκαταστάθηκε οριστικά στην Ελλάδα, έχοντας το 1975 εκλεγεί καθηγητής στην έδρα της ζωγραφικής της Αρχιτεκτονικής Σχολής του Ε.Μ.Π., όπου δίδαξε ως το 1996. Το 1981 και το 1989 προσκλήθηκε να διδάξει στην Sommerakademie του Salzburg.

Το 1958 ξεκίνησε την εκθεσιακή του δραστηριότητα παρουσιάζοντας την πρώτη ατομική του έκθεση στη γκαλερί Ζυγός, που ήταν και η πρώτη ατομική αφηρημένης ζωγραφικής στην Ελλάδα. Ακολούθησαν πολλές ατομικές εντός και εκτός Ελλάδος, ανάμεσα στις οποίες οι αναδρομικές στο Moderna Museet της Στοκχόλμης το 1972, στο μουσείο Karl Ernst Ostahaus της Χάγης το 1991, στην Staatliche Kunsthalle του Βερολίνου το 1992 και στην Εθνική Πινακοθήκη το 1999. Παράλληλα παρουσίαζε το έργο του σε Πανελλήνιες, ομαδικές και διεθνείς εκθέσεις, όπως η Documenta του Κάσσελ το 1977, τα Ευρωπάλια στις Βρυξέλλες το 1982 και η Μπιενάλε της Βενετίας το 1988.

Από τους κορυφαίους εκπροσώπους της “Γενιάς του ’60”, ο Βλάσης Κανιάρης εντόπισε το ενδιαφέρον του στην έρευνα του ρόλου της τέχνης σε σχέση με τη ζωή. Αντλώντας την έμπνευσή του από κοινωνικές και πολιτικές καταστάσεις και εγκαταλείποντας από την αρχή σχεδόν την παραδοσιακή ζωγραφική σε τελάρο, στηρίχτηκε στα διδάγματα του νέου ρεαλισμού, της φτωχής τέχνης και της τέχνης του αντικειμένου και με το δικό του προσωπικό ύφος δημιούργησε κατασκευές από πραγματικά υλικά, οργάνωσε “χώρους” με κούκλες και αντικείμενα και δημιούργησε περιβάλλοντα, παρουσιάζοντας τους προβληματισμούς του σε ενότητες όπως οι “Τοίχοι”, οι γύψοι, τα συρματοπλέγματα και τα γαρύφαλλα, οι “Gastarbeiter-Fremdarbeiter”, “Helas-Hellas”, “Βορράς-Νότος” κ.ά. Από το 1981 πειραματίζεται επίσης με ένα λευκό ρολό χαρτιού, με το οποίο δίνει μορφή στην έννοια της “Ενδεχόμενης ζωγραφικής”.

Μετά από διετή φοίτηση στην Πάντειο (1948 – 1950), σπούδασε στην Α.Σ.Κ.Τ. (1951 – 1955), κοντά στο Γιάννη Μόραλη και το Γιάννη Παππά. Ως υπότροφος του Ι.Κ.Υ. σπούδασε φρέσκο στη Σχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού (1957 – 1960) και παρέμεινε στη Γαλλία έως το 1963, ταξιδεύοντας παράλληλα σε γειτονικές χώρες, όπως στο Βέλγιο, την Ολλανδία, την Ισπανία, την Ιταλία και τη Μ. Βρετανία. Δέκα χρόνια αργότερα, με υποτροφία του Ιδρύματος Ford, εργάστηκε στη Νέα Υόρκη (1973 – 1975). Κατά το διάστημα αυτό επισκέφτηκε πολλές πόλεις των Ηνωμένων Πολιτειών και του Καναδά. Παρουσίασε την πρώτη του ατομική έκθεση το 1961 στην γκαλερί “Ζυγός”, ενώ ήδη από το 1952 άρχισε να παίρνει μέρος σε Πανελλήνιες εκθέσεις. Σημαντική επίσης είναι η παρουσία του σε διεθνείς ομαδικές εκθέσεις (Γ΄ Μπιενάλε Νέων Παρίσι 1963, Ζ΄ Μπιενάλε της Αλεξάνδρειας 1965, Μπιενάλε Σάο Πάολο 1967, Μπιενάλε Βενετίας 1984, Δ΄ Μπιενάλε Ευρωπαϊκής Χαρακτικής Μπάντεν – Μπάντεν 1985). Το 1963, μέσα στο πλαίσιο των προσπαθειών για την ανανέωση του καλλιτεχνικού κλίματος στην Ελλάδα, μετείχε στην ίδρυση της ομάδας “Τομή”, και το 1976 του “Συνδέσμου Καλλιτεχνών”.

Από τα πρώτα κολάζ προχώρησε σε παραστατικά έργα εξπρεσιονιστικού και σουρεαλιστικού χαρακτήρα, για να δώσει αργότερα συνθέσεις, όπου στοιχεία της αντικειμενικής πραγματικότητας αποδίδονται με ποιητική διάθεση, αξιοποιώντας παράλληλα κατακτήσεις προηγούμενων φάσεων της δουλειάς του, ενώ ιδιαίτερη βαρύτητα δίδεται στο ρόλο του σχεδίου.

Γιατρός ζωγράφος και ερασιτέχνης αρχαιολόγος, ο ναπολιτάνος Τσέκολι αναζήτησε το 1839 στην Κέρκυρα τις κατάλληλες κλιματολογικές συνθήκες για την άρρωστη κόρη του. Εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και εργάστηκε ως άμισθος καθηγητής ζωγραφικής στο Σχολείο των Τεχνών από το 1843 έως το 1852. Στα 1843 διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην ίδρυση της “Εταιρείας Καλών Τεχνών”. Το 1853 παρουσίασε έργα του (σχέδια, ηθογραφικά θέματα, θέματα εμπνευσμένα από την Ελληνική Επανάσταση καθώς και μία προσωπογραφία του βασιλιά Όθωνα) σε αίθουσα του Πολυτεχνείου. Αναχώρησε οριστικά από την Ελλάδα μετά το 1853.

Στο ζωγραφικό του έργο ασχολήθηκε κατά κύριο λόγο με την προσωπογραφία και την τοπιογραφία.

Σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών κοντά στον Γιάννη Μόραλη, αποφοιτώντας το 1965. Από το 1969 ως το 1974 έζησε και εργάστηκε στη Λωζάννη, το Παρίσι και τη Νέα Υόρκη, όπου πήγε με υποτροφία του Ιδρύματος Ford. Από το 1988 διδάσκει Zωγραφική στη Σχολή Καλών Τεχνών του Α.Π.Θ.

Έχει παρουσιάσει το έργο του σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, ανάμεσα στις οποίες η Μπιεννάλε της Αλεξάνδρειας το 1977 και τα Ευρωπάλια στις Βρυξέλλες το 1982.

Επηρεασμένος από τα κοινωνικά προβλήματα, εντόπισε το ενδιαφέρον του στον άνθρωπο, που αποτελεί επίκεντρο της ζωγραφικής του, ενώ η μορφή του μοτοσυκλετιστή αποτελεί χαρακτηριστική φιγούρα σε όλη τη διάρκεια της δημιουργίας του. Απομακρυνόμενος σταδιακά από τη ρεαλιστική απεικόνιση, πειραματίστηκε για λίγο με τεχνικές της πρωτοπορίας, για να υιοθετήσει τελικά την εξπρεσιονιστική γραφή.

Σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών με καθηγητή τον Θωμά Θωμόπουλο. Άρχισε την καλλιτεχνική του σταδιοδρομία το 1935, και το 1937 πρωτοεμφανίζεται συμμετέχοντας στην έκθεση της ομάδας «Ελεύθεροι Καλλιτέχνες», όπου παρουσίασε και έργα με θέμα τα ζώα. Τότε η κριτική με επικεφαλής τον Ζαχαρία Παπαντωνίου τον ονόμασε «Animalier» (Ζωοπλάστη).

Έλαβε μέρος σε πολλές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, με κυριότερες: Πανελλήνιες (Ζάππειο) 1938, 1939, 1940, 1948, 1952, 1960, 1963, 1969, 1975, με την ομάδα «Ελεύθεροι Καλλιτέχνες» 1937, 1939, 1940, Διεθνείς Εκθέσεις Σύγχρονων Μεταλλίων της F.I.D.E.M, Αθήνα 1966, Παρίσι 1967, Πράγα – Μπρατισλάβα 1969, Έκθεση Μεταλλίων και Πλακέτας της Premio Uno a Erre στο Arezzo – Montecatini Terme – Torino το 1968, Υπαίθριες Εκθέσεις Γλυπτικής στη Φιλοθέη 1966 και 1978, ατομική έκθεση στο Ζάππειο το 1949.

Εργάσθηκε σε όλα τα είδη της γλυπτικής, με πιότερη ειδίκευση στα ζώα. Η τεχνοτροπία του υπήρξε κατά κύριο λόγο ρεαλιστική. Χρησιμοποιούσε μάρμαρο, χαλκό και τερρακότα. Ήταν μέλος του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος, του Σωματείου Ελλήνων Γλυπτών και της ομάδας «Ελεύθεροι Καλλιτέχνες».

Έργα του βρίσκονται σε δημόσιους χώρους στην Αθήνα, το Άργος, την Ύδρα, σε συλλογές στον Δήμο Αθηναίων, τον Δήμο Πειραιώς, το Υπουργείο Παιδείας, αλλά και σε ιδιωτικές.

Εκδηλώνοντας από μικρή ηλικία κλίση στη ζωγραφική, ήρθε το 1921 στην Αθήνα, όπου ως το 1926 σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών με δασκάλους τον Αλέξανδρο Καλούδη αρχικά και τον Νικόλαο Λύτρα στη συνέχεια. Το 1930 κέρδισε το Μπενάκειο Βραβείο για τα σχέδια των τοιχογραφιών του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου και με τα χρήματα αυτά έκανε το πρώτο μεγάλο εκπαιδευτικό του ταξίδι στην Ευρώπη, ενώ από το 1936 ως το 1939 ολοκλήρωσε την αγιογράφηση του ναού.

Έχοντας ξεκινήσει την εκθεσιακή του δραστηριότητα από το 1926, παρουσίασε το 1929 την πρώτη ατομική του έκθεση στη γκαλερί Στρατηγοπούλου. Ιδρυτικό μέλος των ομάδων “Τέχνη” και “Στάθμη”, συμμετείχε σε εκθέσεις τους, καθώς και στις Μπιενάλε της Βενετίας το 1934 και 1964, της Αλεξάνδρειας το 1957 και του Σάο Πάολο το 1959. Το 1955 οι εικόνες που φιλοτέχνησε για το ναό του Αγίου Κωνσταντίνου του Detroit παρουσιάστηκαν στο Ινστιτούτο της πόλης, ενώ το 1960 το έργο του “Φώτα και Σκιές” εξετέθη στο Μουσείο Guggenheim και τιμήθηκε με το τοπικό βραβείο του ελληνικού τμήματος της AICA. To 1975 και το 1983 το έργο του παρουσιάστηκε στην Εθνική Πινακοθήκη.

Για πολλά χρόνια δίδαξε σε ελεύθερες σχολές και σε σχολές θεάτρου. Από το 1927 άρχισε να ασχολείται και με τη σκηνογραφία, φιλοτεχνώντας τα σκηνικά για πολλά θεατρικά έργα σε ελεύθερες και κρατικές σκηνές, καθώς και σε αρκετές κινηματογραφικές ταινίες. Τα χρόνια της Κατοχής, στρεφόμενος στη χαρακτική, κυκλοφόρησε κρυφά ξυλογραφίες, εικονογραφημένα χειρόγραφα και χειρόγραφες εκδόσεις. Η καλλιτεχνική του δημιουργία περιλαμβάνει επίσης εικονογραφήσεις βιβλίων, παράλληλα με τη δημοσίευση κειμένων και γελοιογραφιών σε εφημερίδες και περιοδικά, ενώ το 1933, σε συνεργασία με τον Αγήνορα Αστεριάδη, εξέδωσε τα “Παιδικά σχέδια”.

Βασικό στέλεχος της “Γενιάς του ’30”, ο Σπύρος Βασιλείου διαποτίστηκε από το ιδανικό της ελληνικότητας. Με λάδια, τέμπερες και ακουαρέλες απεικόνισε το φυσικό και τον αστικό χώρο, προσωπογραφίες, νεκρές φύσεις και σκηνές της καθημερινής ζωής, συνδυάζοντας επιλεκτικά στοιχεία της παράδοσης με τύπους του κονστρουκτιβισμού, του υπερρεαλισμού, της ποπ αρτ και του φωτογραφικού ρεαλισμού, δημιουργώντας συνθέσεις λυρικές και, συχνά, ονειρικές.

Σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού (1958-1960). Το 1969 ξεκίνησε την εκθεσιακή της δραστηριότητα, που περιλαμβάνει σημαντικό αριθμό ατομικών παρουσιάσεων και συμμετοχές σε παρισινά Σαλόν και σε πλήθος ομαδικών διοργανώσεων στην Ευρώπη και την Αμερική.

Η Σοφία Βάρη ξεκίνησε την καλλιτεχνική της ενασχόληση με τη ζωγραφική, για να στραφεί στη συνέχεια και στη γλυπτική. Τα πρωιμότερα έργα της ήταν ανθρωποκεντρικά, με κυρίαρχα χαρακτηριστικά τη σχηματοποίηση και τους ρευστούς καμπύλους όγκους. Η σχηματοποίηση των έργων αυτών έδωσε κατόπιν τη θέση της σε αφηρημένες συνθέσεις, που απηχούν το ύφος του Χένρι Μουρ και του Ζαν Αρπ και αποδίδουν θέματα εμπνευσμένα από την ελληνική μυθολογία.

Φοίτησε στη Σχολή Καλών Τεχνών (1903 – 1907), με δασκάλους τους Κωνσταντίνο Βολανάκη, Γεώργιο Ροϊλό, Νικηφόρο Λύτρα και Γεώργιο Ιακωβίδη, ενώ μαθήτευσε επίσης κοντά στο Σπυρίδωνα Βικάτο. Στη δεκαετία 1897 – 1907, σπουδάστρια ακόμη, πήρε μέρος σε πολλές σημαντικές καλλιτεχνικές εκθέσεις, του Ζαππείου, της Εταιρείας Φιλοτέχνων και του “Παρνασσού”, καθώς και στη Διεθνή Έκθεση των Αθηνών του 1903. Το 1906 παρουσίασε έργα της μαζί με τη Θάλεια Φλωρά και το 1907 ατομική έκθεση στον “Παρνασσό”. Με υποτροφία του Μπόζειου Κληροδοτήματος ολοκλήρωσε τις σπουδές της στο Μόναχο, όπου πήρε ελεύθερα μαθήματα και φοίτησε στη Σχολή Κυριών του Συλλόγου Καλλιτεχνιδών. Εγκαταστάθηκε αργότερα στο Παρίσι, σπουδάζοντας στις ακαδημίες Grande Chaumiere και Colarossi, και παρουσιάζοντας έργα στα επίσημα Σαλόν και σε ομαδικές εκθέσεις. Μετά την επάνοδό της στην Ελλάδα το 1916 συνέχισε την καλλιτεχνική και εκθεσιακή της δραστηριότητα με συμμετοχές σε ομαδικές εκθέσεις και την οργάνωση ατομικών παρουσιάσεων (1917, 1919, 1924, 1927, 1952). Τα τελευταία χρόνια της ζωής της έζησε μοναχικά.

Στη θεματογραφία των έργων της περιλαμβάνονται ηθογραφικές σκηνές, προσωπογραφίες, νεκρές φύσεις και τοπία, που απέδωσε αξιοποιώντας τα διδάγματα του Ιμπρεσιονισμού.

Δεν γνωρίζουμε πολλά στοιχεία για τη ζωή του. Έδρασε στο Χάρλεμ μεταξύ του 1605 και 1655, όπου παντρεύτηκε το 1612.

Ασχολήθηκε με σκηνές από την αγορά, την κουζίνα και νεκρές φύσεις. Οι απεικονίσεις σκηνών αγοράς σε μεγάλο μέγεθος άρχισαν από τους Πέτερ Άρτσεν (Pieter Aerten) και Γιοακίμ Μπόικελερ (Joachim Beuckelaer). Οι γιοι μάλιστα του πρώτου, Πέτερ (Pieter) και Άρτ (Aert) καθώς και οι μαθητές τους τις διέδωσαν στο Άμστερνταμ και το Χάρλεμ, όπου έγινε είδος πολύ αγαπητό. Τα έργα του βαν Σχόοτεν χαρακτηρίζονται από την ακινησία, ενώ στους περισσότερους ζωγράφους που ασχολήθηκαν με το θέμα είναι φανερή η προσπάθεια απόδοσης της κίνησης των μορφών μέσα στο χώρο. Από το 1620 όμως, εισάγει το προοπτικό άνοιγμα της σκηνής σε άλλα δωμάτια ή τοπία.

Εκτός από έργα που απεικόνιζαν σκηνές αγοράς ή κουζίνας στις οποίες πολλές φορές υπήρχε και μια θρησκευτική σκηνή ενταγμένη στην καθημερινή ζωή της Ολλανδίας, ασχολήθηκε και με την απεικόνιση «πρωινών», χωρίς την παρουσία ατόμων. Ένας αριθμός από απλές νεκρές φύσεις με λίγα αντικείμενα κουζίνας ζωγραφίστηκε πριν το 1630. Στη συνέχεια οι συνθέσεις αυτές έγιναν πιο πλούσιες με την παρουσία τραπεζομάντιλων, περίτεχνων μεταλλικών αντικειμένων, πιάτων που περιείχαν τυριά, ζαμπόν, φρούτα.