Ο πίνακας αυτός απεικονίζει το στρατόπεδο του Καραϊσκάκη στο Φάληρο, όταν οι Έλληνες ετοιμάζονταν τον Απρίλιο του 1827 να καταλάβουν την πολιορκημένη από τους Τούρκους Ακρόπολη. Έλληνες και φιλέλληνες διατάσσονται σε μια ζώνη στο πρώτο επίπεδο, ενώ ένα μεσαίο επίπεδο δεξιά οδηγεί το βλέμμα στο ύψωμα, όπου οι επικεφαλής του στρατεύματος εξετάζουν το πεδίο της μάχης. Διακρίνεται η Ακρόπολη στο βάθος αριστερά. Στο κέντρο περίπου ένας Έλληνας στηρίζεται σε ένα αρχαίο μάρμαρο, αναφορά στην αρχαία μας κληρονομιά. Ένας παπάς δεξιά ευλογεί τους αγωνιστές. Ο αξιωματικός με την μπλε στολή αριστερά είναι ο Βαυαρός φιλέλληνας Κρατσάιζεν, στον οποίο χρωστάμε μεγάλη χάρη, καθώς σχεδίασε και απαθανάτισε τις μορφές των αγωνιστών του ’21 όπως τις ξέρουμε σήμερα. Από αυτά τα σχέδια ο Βρυζάκης αντλεί τις φυσιογνωμίες των αγωνιστών πάνω στο ύψωμα: του Καραϊσκάκη, του Μακρυγιάννη, του Τζαβέλα, του Νοταρά, του Σκωτσέζου Γκόρντον, του Άγγλου Χάστιγκς και του Καρλ φον Χάιντεκ, που κοιτάζει με το τηλεσκόπιο προς την Ακρόπολη. Ο Χάιντεκ, που έζησε τα γεγονότα από κοντά, ζωγράφισε το ίδιο θέμα και από τον πίνακα αυτό άντλησε στοιχεία ο Βρυζάκης, το έργο του οποίου έγινε πολύ αργότερα, το 1855. Η ελληνική σημαία κυματίζει επάνω δεξιά. Στη σκηνή κυριαρχούν τα χρυσοκόκκινα και τα καφετιά που χαρακτηρίζουν τα έργα του Βρυζάκη. Η περιγραφή συνδυάζει ένταση, αναμονή, αλλά και χαλάρωση, καθώς διανθίζεται από χαριτωμένα ηθογραφικά στιγμιότυπα.

Ο Χρήστος Μποκόρος ανήκει σε μια ομάδα νέων ζωγράφων που ξαναγύρισαν στην παραστατική ζωγραφική, αλλά με μια ανανεωμένη ματιά, που αναζητούσε ένα καινούργιο νόημα στην εικόνα. Ο Μποκόρος είναι ένας εξερευνητής της μνήμης. Αυτό που τον συναρπάζει και τον συγκινεί είναι το ίχνος που άφησε πίσω της η ανθρώπινη ζωή, ο μόχθος, ο πόνος, η χαρά, η ελπίδα. Η ζωή που έσβησε αφήνοντας πίσω της ανώνυμα αποτυπώματα που ο ζωγράφος θα τα βγάλει από την αφάνεια, τη σιωπή και θα τους δώσει καινούργιο νόημα. Η φέρουσα ύλη στα έργα του έχει πρόδηλα τα σημάδια της χρήσης, της φθοράς: θαλάσσια ξύλα από ναυαγισμένα σκαριά, παλιές σκάφες, τραπέζια, σοφράδες, σκουριασμένα απομεινάρια από σκεύη που άγιασαν στα χέρια των ανθρώπων. Εκεί επάνω ευλαβικά θα αποθέσει σαν σε αγία τράπεζα την εικόνα του. Και δεν είναι τυχαίο ότι η αρχετυπική εικόνα των έργων του είναι μια φλόγα που ζωγραφίζεται με παραισθητική αληθοφάνεια. Μια φλόγα ενός κεριού, μια φλόγα από καντήλι. Μια φλόγα ταπεινή που συμβολίζει τη μνήμη. Είναι το ακοίμητο φως, το καντήλι που καίει μπροστά στα εικονίσματα, η λαμπάδα του ορθόδοξου Πάσχα, η υπόσχεση της αιωνιότητας που ξορκίζει τη φθορά.
Το τρίπτυχο Το αίνιγμα του Παρράσιου, είναι μια αλληγορία. Αφηγείται μια ιστορία, την ιστορία της ζωγραφικής, την περιπέτεια της μορφής από την Αρχαιότητα ως τη σύγχρονη τέχνη• τους κλυδωνισμούς που πέρασε, την αμφισβήτησή της και την πίστη του ζωγράφου στην αντοχή της, στην επιβίωσή της.
Η «αφήγηση» αναπτύσσεται σ’ ένα τρίπτυχο. Τρεις οριζόντιες φθαρμένες σανίδες, που προέρχονται από ένα παλιό γεφύρι, τοποθετημένες παράλληλα, θα υποδεχτούν με την κατάλληλη προετοιμασία τη ζωγραφισμένη εικόνα. Στην πρώτη εικονίζεται ένα μαύρο τετράγωνο που αναφέρεται στον περίφημο πίνακα του Ρώσου καλλιτέχνη Κάζιμιρ Μαλέβιτς. Όταν ζωγραφίστηκε το 1915, αυτό το απόλυτα μινιμαλιστικό έργο του Σουπρεματισμού, φιλόσοφοι και κριτικοί έσπευσαν να αναγγείλουν τον θάνατο της ζωγραφικής. Το δεύτερο έργο του τριπτύχου μας οδηγεί σ’ ένα ξακουστό επεισόδιο, που αφηγείται ο Πλίνιος ο νεότερος, (1ος αιώνας μ.Χ.) και αναφέρεται σε δυο διάσημους ζωγράφους της κλασικής αρχαιότητας που έζησαν στον καιρό του Σωκράτη. Ο Ζεύξις και ο Παρράσιος συναγωνίζονται όπως συνηθιζόταν τα χρόνια εκείνα, για το ποιος είναι ο πιο τέλειος ζωγράφος. Ήταν η εποχή που επικρατούσε η ιδέα της μίμησης και η τελειότητα ταυτιζόταν με την αληθοφάνεια. Ο Ζεύξις ζωγράφισε ένα πανέρι με σταφύλια με τόση ζωντάνια που τα πουλιά ξεγελάστηκαν και άρχισαν να τα τσιμπολογούν. Ο Παρράσιος αρκέστηκε να ζωγραφίσει με πολύ ψευδαισθησιακό τρόπο ένα ύφασμα που κάλυπτε τάχα τον πίνακά του. Ο Ζεύξις του είπε: τράβηξε τώρα το κάλυμμα για να δούμε τι ζωγράφισες εσύ. Και ο Παρράσιος του απάντησε θριαμβευτικά: εσύ κατάφερες να ξεγελάσεις τα πουλιά αλλά εγώ εξαπάτησα τον μεγάλο ζωγράφο Ζεύξι. Άρα δικαιούμαι τον τίτλο του νικητή.
Ο Μποκόρος ζωγραφίζει στο δεύτερο φύλλο του διπτύχου, πάνω στο τετράγωνο, ένα ύφασμα με τόση μαστοριά που μοιάζει αληθινό. Αλλά πίσω του υποφέγγει ένα αδιόρατο φως. Στον τρίτο πίνακα το ύφασμα έχει αποσυρθεί για να μας αποκαλύψει ένα τετράγωνο «κάμπο» ανθισμένο από αναμμένες φλογίτσες. Το μήνυμα του έργου είναι ευανάγνωστο: η ζωγραφική, ταξιδεύοντας μέσα στο χρόνο, μπορεί να γνωρίσει κλυδωνισμούς, να αμφισβητηθεί, αλλά τελικά βγαίνει πάντα νικήτρια.