Σπούδασε νομικά και ενώ προοριζότανε για το δικαστικό σώμα, παρακολούθησε ταυτόχρονα και την Ακαδημία Ζωγραφικής Ζυλιάν όπου συναντήθηκε με την ομάδα των Ναμπί. Το 1888 έγινε δεκτός στη Σχολή Καλών Τεχνών. Εκεί συνάντησε τον Βυγιάρ (Vuillard) με τον οποίο έγινε φίλος. Τον επόμενο χρόνο πούλησε μία λιθογραφημένη αφίσα του που προκάλεσε τον θαυμασμό του Τουλούζ Λωτρέκ (Toulouse Lautrec) ο οποίος ακολούθησε το παράδειγμά του. Εξέθεσε στο Σαλόνι των Ανεξαρτήτων και με τη φιλική συντροφιά των Ναμπί. Το 1896 έκανε την πρώτη του ατομική έκθεση στη γκαλερί Ντυράν-Ρυέλ (Durand-Ruel). Από το 1904 έως το 1933 εξέθετε τακτικά στη γκαλερί.

Από πολύ νωρίς του αφιερώθηκαν αναδρομικές εκθέσεις σε διάφορες πόλεις του κόσμου. Εργάστηκε σαν εικονογράφος βιβλίων και περιοδικών. Για ένα μικρό διάστημα ασχολήθηκε με τη γλυπτική.

Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1909 ο Μπονάρ επηρεάστηκε ιδιαίτερα από τη γιαπωνέζικη ζωγραφική. Υιοθέτησε το καδράρισμα των γιαπωνέζικων χαρακτικών και τα πλακάτα χρώματα. Την ίδια περίοδο σχεδίασε αντικείμενα, κοστούμια και σκηνικά για το Theatre de l’Oeuvre.

Ταξίδεψε πολύ στη χώρα του και επισκέφτηκε την Ισπανία, το Βέλγιο, την Ολλανδία, την Αγγλία, την Τυνησία, την Αλγερία και την Ιταλία. Οι εντυπώσεις που αποκόμισε τροποποίησαν τη ζωγραφική του και ζωντάνεψαν τα χρώματά του. Σταδιακά το χρώμα μετατρέπεται στο κυρίαρχο στοιχείο των έργων του. Τα θέματά του είναι θέματα από την καθημερινότητά του και κυρίως γυμνά, νεκρές φύσεις και εικόνες από το εσωτερικό του σπιτιού του. Το 1926 έζησε για ένα διάστημα στο Πίτσμπουργκ σαν μέλος της επιτροπής του βραβείου Κάρνεγκι (Carnegie) με το οποίο τιμήθηκε δύο φορές, το 1923 και το 1930.

Από το 1930 και μετά χρησιμοποιεί το γκουάς που αναδεικνύει τα έντονα χρώματα που χρησιμοποιεί.
Από το 1939 εγκαθίσταται στο χωριό Cannet της Κυανής Ακτής και η ζωγραφική του κυριαρχείται πλέον από το χρώμα. Η μεταγραφή του φωτός σε χρώμα και η χαρά της καθημερινής ζωής αποτυπώνεται σε όλα του τα έργα.

Ο Ματίς θαύμαζε το έργο του και υπήρξε φίλος του για σαράντα περίπου χρόνια. Από τους πιο σημαντικούς κολορίστες επηρέασε τον Ρόθκο και τον οδήγησε στην αφαίρεση και το έργο του υπήρξε πάντα σημείο αναφοράς για όλους τους μεταγενέστερους Γάλλους ζωγράφους.

Μοιραστείτε: