Σπούδασε γλυπτική στη Σχολή Καλών Τεχνών την περίοδο 1936-1939 με τους Θωμά Θωμόπουλο, Κώστα Δημητριάδη και Μιχάλη Τόμπρο. Το 1945, με υποτροφία της γαλλικής κυβέρνησης, πήγε στο Παρίσι για τη συνέχιση των σπουδών του. Το 1946 ξεκίνησε να παρακολουθεί μαθήματα στη Σχολή Καλών Τεχνών, αλλά μετά από μικρό διάστημα την εγκατέλειψε για να γίνει μαθητής του Όσιπ Ζάντκιν στην Ακαδημία Γκραντ Σωμιέρ. Το 1947 η γνωριμία του με το γλύπτη Ανρί Λωράνς υπήρξε καθοριστική, καθώς συνεργάστηκε μαζί του ως το θάνατο του τελευταίου το 1954. Τα έργα του αυτής κυρίως της περιόδου απηχούν την επιρροή του γάλλου γλύπτη, με τον οποίο, πέρα από τη σχέση δασκάλου-μαθητή, ο Κουλεντιανός συνδέθηκε με στενή φιλία. Το 1952 πραγματοποίησε ταξίδι στο Μαρόκο. Η εντύπωση που του άφησε η έρημος αποτυπώθηκε στα έργα του. Η αρχαϊκή ελληνική γλυπτική τράβηξε επίσης την προσοχή του κατά την οκτάμηνη παραμονή του στην Ελλάδα το 1955. Το 1961 ο συγγραφέας Roger Vaillant τον βοήθησε να αποκτήσει ατελιέ στο Meillonas Ain, το οποίο του επέτρεψε να φιλοτεχνήσει γλυπτά μεγάλων διαστάσεων. Το ίδιο διάστημα η γνωριμία του με τον αρχιτέκτονα Πιέρ Ντος του κέντρισε το ενδιαφέρον για την ενσωμάτωση της γλυπτικής στην αρχιτεκτονική.

Η εκθεσιακή του δραστηριότητα είναι πλούσια τόσο σε ατομικές όσο και ομαδικές εκθέσεις. Η πρώτη του ατομική έκθεση έγινε στην Καζαμπλάνκα το 1952 και ακολούθησαν ατομικές παρουσιάσεις στην Αθήνα, το Λονδίνο, το Παρίσι και άλλες πόλεις της Ευρώπης και της Αμερικής. Μετά το θάνατό του, το 1997, πραγματοποιήθηκε αναδρομική έκθεση του έργου του στο Παρίσι, στο Couvent des Cordeliers. Έλαβε επίσης μέρος σε ομαδικές εκθέσεις, όπως το Φθινοπωρινό Σαλόν το 1946, το Σαλόν της Νέας Γλυπτικής και το Σαλόν του Μαΐου, καθώς και οι Μπιενάλε του Σάο Πάουλο το 1955 και της Βενετίας το 1964. Συμμετείχε επίσης σε πλήθος ομαδικών στην Ελλάδα, καθώς και σε Πανελλήνιες.

Οι προθέσεις του Κουλεντιανού να απομακρυνθεί από την ακαδημαϊκή γλυπτική είναι από πολύ νωρίς σαφείς. Στην κατεύθυνση αυτή συνέβαλε και η γνωριμία του με τον Ανρί Λωράνς. Την περίοδο 1947-1952 η επίδραση του γάλλου γλύπτη είναι έντονη στο έργο του· κυριαρχούν οι σχηματοποιημένες ξαπλωμένες ή καθιστές γυναικείες μορφές με έμφαση στις οργανικές καμπύλες φόρμες και την κίνηση. Το σίδερο και γενικά τα μέταλλα τον κερδίζουν από το 1952, ενώ η πορεία του από την οργανική στη γεωμετρική αφαίρεση είναι σταθερή και κορυφώνεται στις αρχές της δεκαετίας του ΄60. Οι δημιουργίες αυτής της περιόδου χαρακτηρίζονται από γεωμετρικές φόρμες, που επιβάλλονται δυναμικά στο χώρο και δίνουν την αίσθηση της κίνησης. Τη δεκαετία του 1970 τα “βιδωτά” γλυπτά αποτελούν το σήμα κατατεθέν της καλλιτεχνικής του δημιουργίας. Καμπύλες ή επίπεδες επιφάνειες από σίδερο, βαμμένες άσπρες ή μαύρες, ενώνονται με βιδωτές λάμες σιδήρου και οδηγούν σε συνθέσεις με δυναμικές, καθαρές φόρμες, που συνομιλούν με το χώρο και το φως. Οι τρισδιάστατες αυτές συνθέσεις εξελίσσονται την περίοδο 1979-1990 σε δισδιάστατες κατασκευές που εκτείνονται κατακόρυφα και στη σειρά “Generations”, στις οποίες η εισαγωγή του κενού παίζει σημαντικό ρόλο στην ανάδειξη του συνόλου. Εκτός από τη γλυπτική και τις ανάγλυφες συνθέσεις ασχολήθηκε επίσης με το κολλάζ και την ταπισερί, τα σχέδια των οποίων ακολουθούν το ύφος των γλυπτικών του συνθέσεων.

Μοιραστείτε: