Σπούδασε γλυπτική στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών την περίοδο 1934-1939 με καθηγητές τον Κωνσταντίνο Δημητριάδη και τον Μιχάλη Τόμπρο. Τη δεκαετία του 1930 επέδειξε έντονο ενδιαφέρον για τα πνευματικά ζητήματα της εποχής και έγινε μέλος του Κ.Κ.Ε και της ομάδας “Νέοι Πρωτοπόροι”. Το 1945 πήγε στο Παρίσι, και συνέχισε τις σπουδές του κοντά στον Ζαν-Πωλ Λωράνς και τον Μαρσέλ Ζιμόν. Το 1950 απελάθηκε από τη Γαλλία και εγκαταστάθηκε στην Ουγγαρία, όπου έγινε μέλος της Εταιρείας Καλλιτεχνών, τιμήθηκε επανειλημμένα και του απονεμήθηκε ο τίτλος του Αριστούχου των Τεχνών. Το 1964 του αφαιρέθηκε η ελληνική ιθαγένεια, αλλά την επανέκτησε το 1975, ενώ το 1978 εγκαταστάθηκε οριστικά στην Ελλάδα.

Παρουσίασε το έργο του σε ατομικές και σημαντικές ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, όπως το Φθινοπωρινό Σαλόν το 1946, το Σαλόν της Νέας Γλυπτικής το 1948 και το Σαλόν του Κεραμικού το 1950 στο Παρίσι. Έλαβε επίσης μέρος σε εκθέσεις ουγγρικής τέχνης, ενώ το 1979 οργανώθηκε αναδρομική παρουσίαση του έργου του στην Εθνική Πινακοθήκη στην Αθήνα και το 1995 στη Δημοτική Πινακοθήκη της Πάτρας.

Ο Μέμος Μακρής, γλύπτης ιδιαίτερα παραγωγικός, δούλεψε με χαλκό, μολύβι, πέτρα, μάρμαρο και τερακότα, με αφετηρία πάντα την ανθρώπινη μορφή. Το προσωπικό του ύφος διαμορφώθηκε κάτω από ένα σύνολο επιδράσεων, από την ελληνική του καταγωγή, την παραμονή του στο Παρίσι και την Ουγγαρία και το ύφος των δασκάλων του. Προτομές με έμφαση στην ψυχογραφική απόδοση, ολόσωμες μορφές που απηχούν τα διδάγματα της αρχαϊκής τέχνης αλλά και της παρισινής του μαθητείας, γυμνά με γεωμετρικά απλοποιημένους, αποστρογγυλεμένους όγκους, ανάγλυφα, ανδριάντες και μνημεία που άλλοτε συνδυάζουν τα παραπάνω στοιχεία και άλλοτε χαρακτηρίζονται από εξπρεσιονιστική διάθεση, καθώς και μια σειρά από κάκτους, το μοναδικό μη ανθρωπομορφικό θέμα, που φιλοτέχνησε προς το τέλος της ζωής του, συνθέτουν το σύνολο της καλλιτεχνικής του δημιουργίας.

Μοιραστείτε: