Παιδί πολυμελούς οικογένειας, έζησε δύσκολα παιδικά και εφηβικά χρόνια, που σημαδεύτηκαν από την πείνα και τη φυλάκιση στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Το 1946 ξεκίνησε τη μακρόχρονη καλλιτεχνική του πορεία, φτιάχνοντας τα πρώτα του γλυπτά σε γύψο. Η τέχνη των κυκλαδικών ειδωλίων και της αρχαϊκής εποχής, αλλά και η γνωριμία του με τη γλυπτική του Αλμπέρτο Τζακομέττι αποτέλεσαν τις πηγές της έμπνευσής του σε μια σειρά μορφών από σύρμα, ύφασμα και γύψο.

Το 1954 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι. Την ίδια χρονιά ξεκίνησε τη σειρά με τα “Σινιάλα”, τα κινητικά γλυπτά που παράγουν μουσικούς ήχους καθώς χτυπούν μεταξύ τους με την πνοή του ανέμου. Το 1959 παρουσίασε στη γκαλερί της Iris Clert τα πρώτα “Τηλεμαγνητικά γλυπτά”, που δημιούργησε εκμεταλλευόμενος τα ηλεκτρομαγνητικά πεδία, κάνοντας έτσι αισθητή την αόρατη ενέργεια που περιβάλλει το σύμπαν. Το φως, αλλά και η κίνηση σε κάθε της μορφή – μηχανική, ηλεκτρομηχανική, θερμική, μαγνητική, υδροδυναμική – είναι επίσης στοιχεία που θα αποτελέσουν βασικούς πυρήνες του έργου του. Τα “Τηλέφωτα” λίγο αργότερα θα βασιστούν στη δράση ενός ηλεκτρομαγνήτη. Το 1960 μάλιστα, σε μια περφόρμανς στη γκαλερί της Iris Clert, o ποιητής Sinclair Beiles παρέμεινε αιωρούμενος λίγα μέτρα πάνω από το έδαφος με τη βοήθεια ενός μαγνήτη που επινόησε ο καλλιτέχνης, απαγγέλλοντας ταυτόχρονα το “Μαγνητικό μανιφέστο”. Την ίδια χρονιά ξεκίνησε η μακρόχρονη συνεργασία του με τον Αλέξανδρο Ιόλα, που παρουσίασε στη γκαλερί του την πρώτη ατομική έκθεση του Τάκι στη Νέα Υόρκη. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Παρίσι γνώρισε και συναναστράφηκε τους αμερικανούς συγγραφείς της Γενιάς των Μπιτ, ενώ στη Νέα Υόρκη συνάντησε τον Μαρσέλ Ντυσάν. Το 1961 κυκλοφόρησε η αυτοβιογραφία του με τίτλο “Estafilades”.

Την περίοδο 1968-1969, προσκεκλημένος του M.I.T., δημιούργησε τα πρώτα “Υδρομαγνητικά γλυπτά”, ενώ από το 1965 είχε ξεκινήσει τη σειρά των “Μουσικών γλυπτών”, στα οποία ο μουσικός ήχος παράγεται από την τυχαία κίνηση των μαγνητών. Η έρευνά του προς αυτή την κατεύθυνση συνεχίστηκε με τη δημιουργία μουσικών δωματίων, καθώς και μουσικών και χορογραφικών δρώμενων, με αποκορύφωμα τη μετατροπή του υδραγωγείου της πόλης Beauvais το 1992 σε ένα τεράστιο μουσικό γλυπτό. Το 1974 άρχισε να χυτεύει σε καλούπι ανδρικά και γυναικεία σώματα, τα πρώτα μιας σειράς ερωτικών γλυπτών.

Στη διάρκεια της μακράς καλλιτεχνικής του πορείας οργάνωσε σημαντικές ατομικές εκθέσεις, ανάμεσα στις οποίες ξεχωρίζουν οι αναδρομικές στο Centre National d’Art Contemporain το 1972 και στη Galerie Nationale du Jeu de Paume το 1993, η οποία το 1994 μεταφέρθηκε στο Εργοστάσιο της Α.Σ.Κ.Τ. στη Αθήνα. Το 1999, στην έκθεση “Takis Millennium”, παρουσίασε για πρώτη φορά “Φωτοβολταϊκά γλυπτά”. Στην εκθεσιακή του δραστηριότητα περιλαμβάνονται επίσης συμμετοχές σε μεγάλες ομαδικές διοργανώσεις, όπως η “Documenta” στο Κάσσελ το 1977, η έκθεση “Ο αιώνας του Κάφκα” στο Centre Georges Pompidou το 1984, καθώς και η εκπροσώπηση της Ελλάδας στη Μπιενάλε της Βενετίας το 1995. Το 1985 τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο στη Μπιενάλε του Παρισιού και το 1988 με το Μεγάλο Εθνικό Βραβείο Γλυπτικής της Γαλλίας.

Το ενδιαφέρον του στράφηκε επίσης στο θέατρο και τον κινηματογράφο. Έτσι, το 1973 σχεδίασε τα σκηνικά για το μπαλέτο “Έλευσις” στο Εθνικό Φεστιβάλ της Ολλανδίας και το 1983 τα σκηνικά για την “Ηλέκτρα” του Σοφοκλή στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου. Συνεργάστηκε επίσης με τον Κώστα Γαβρά, κάνοντας τη μουσική επένδυση στην ταινία “Section Speciale”.

Έργα του Τάκι βρίσκονται στα περισσότερα μουσεία σύγχρονης τέχνης του κόσμου, αλλά και σε ιδιωτικές συλλογές. Το 1987 η γαλλική κυβέρνηση παρήγγειλε σειρά από “Σινιάλα”, που τοποθετήθηκαν στη Defense, στο Παρίσι, το 1988 έκανε ένα “Σινιάλο” για το Ολυμπιακό Πάρκο γλυπτικής στη Σεούλ, το 1990 “Φωτεινά Σινιάλα” τοποθετήθηκαν στην Grande Arche, στη Defense, ενώ το 1993 διαμόρφωσε ένα σταθμό του μετρό στην Τουλούζη. Στις αρχές της δεκαετίας του ΄90 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ελλάδα και το 1993 ίδρυσε το Κέντρο Τεχνών και Επιστημών στο Γεροβουνό της Αττικής. Το 2000 τοποθέτησε στους Δελφούς το “Hommage a Apollon”, ένα τεράστιο κινητικό γλυπτό που στηρίζεται στη φωτοβολταϊκή ενέργεια και είναι το μεγαλύτερο γλυπτό του σε δημόσιο χώρο στην Ελλάδα.

Καλλιτέχνης αυτοδίδακτος εκ πεποιθήσεως, ο Τάκις είναι ένας σπάνιος εφευρέτης και ένας από τους ανανεωτές της γλυπτικής. Αρνούμενος την τέχνη της ρεαλιστικής αναπαράστασης και των παραδοσιακών τεχνικών, μέσα από συνεχή έρευνα, μελέτη και πειραματισμούς στηρίζει την καλλιτεχνική του έκφραση στη λειτουργική χρησιμοποίηση των φυσικών νόμων και συνδυάζει την επιστήμη και την τεχνολογία με την τέχνη, σε μια προσπάθεια να μυήσει το θεατή στην ουσία του σύμπαντος.

Μοιραστείτε: