Ο Κώστας Δημητριάδης υπήρξε ο πιο συνεπής εκπρόσωπος του ύφους του Ροντέν στη νεοελληνική γλυπτική. Υιοθέτησε το ύφος του, αλλά και μια κοινή θεματική αφετηρία, ιδιαίτερα στις ελεύθερες συνθέσεις του. Στην επίδραση του Ροντέν εξάλλου οφείλεται και αυτό που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η καινοτομία του στη νεοελληνική γλυπτική: η καθιέρωση της αποσπασματικής μορφής ως αυτόνομου και ολοκληρωμένου έργου.

Ανάμεσα στις ελεύθερες συνθέσεις του εξέχουσα θέση κατέχουν οι γυμνές γυναικείες μορφές, ολόσωμες ή αποσπασματικές. Η «Γυμνή γυναίκα» (ή «Χορεύτρια») είναι ένα χαρακτηριστικό έργο, στο οποίο, αξιοποιώντας το πρότυπο της «Γυναίκας-Κενταύρου» (π. 1887) του Ροντέν, με τη γεμάτη ένταση συστροφή του κορμού και το απελπισμένο άπλωμα των χεριών μπροστά, αποδίδει τη στιγμιαία χορευτική κίνηση. Ο κορμός αυτού του γλυπτού αποτέλεσε στη συνέχεια αυτόνομο έργο, το οποίο ο Δημητριάδης δούλεψε σε διάφορα μεγέθη. Η παραλλαγή που ανήκει στη συλλογή της Εθνικής Πινακοθήκης παρουσιάστηκε το 1936 στη Μπιενάλε της Βενετίας και είναι το πρώτο γλυπτό που περιήλθε στο μουσείο, με δωρεά του Αντώνη Μπενάκη το 1933.

Ο “Βοσκός με κατσικάκι” είναι ένα χαρακτηριστικό έργο του Γεωργίου Φυτάλη από την περίοδο της φοίτησής του στο Σχολείον των Τεχνών. Η σύνθεση είχε δοθεί ως θέμα στον Κοντοσταύλειο διαγωνισμό το 1856, στον οποίο έλαβαν μέρος και οι δύο αδελφοί, Γεώργιος και Λάζαρος. Τα έργα τους ισοψήφησαν και μοιράστηκαν το πρώτο βραβείο, στο μάρμαρο όμως μεταφέρθηκε μόνο το έργο του Γεωργίου.

Ο «Βοσκός με κατσικάκι» συνδυάζει τύπους της αρχαίας ελληνικής γλυπτικής με την κλασικιστική εξιδανίκευση, την επιμελημένη επεξεργασία των μερών και τις ρεαλιστικές εκφάνσεις μιας – εκ πρώτης όψεως – ηθογραφικής σύνθεσης, η οποία λαμβάνει συμβολικό χαρακτήρα, καθώς αποτελεί αναφορά στην παραβολή του καλού ποιμένα.

Το έργο προέρχεται από την έπαυλη Θων, που καταστράφηκε τον Δεκέμβριο του 1944. Στην Εθνική Πινακοθήκη περιήλθε το 1949 μέσω του κληροδοτήματος Νικολάου Ιωάννου Ηλιόπουλου, μαζί με πέντε ακόμη σημαντικά γλυπτά του 19ου αιώνα που κοσμούσαν την έπαυλη.

Ο Ιωάννης Βαπτιστής Καλοσγούρος είναι ένας από τους επτανήσιους γλύπτες που αναβίωσαν την τέχνη της γλυπτικής στα Ιόνια, δημιουργώντας τα πρώτα έργα της νεοελληνικής γλυπτικής.

Η προτομή του Φρέντερικ Νορθ, κόμη του Γκίλφορντ (1766-1827), που το 1824 ίδρυσε στην Κέρκυρα την Ιόνιο Ακαδημία και με την οικονομική του συνδρομή αρκετοί μετέπειτα επιφανείς Έλληνες σπούδασαν στο εξωτερικό, είναι σχεδόν πιστό αντίγραφο εκείνης που είχε φιλοτεχνήσει ο Παύλος Προσαλέντης το 1827. Ο άγγλος φιλέλληνας, φορώντας την αρχαΐζουσα στολή του Άρχοντα της Ιονίου Ακαδημίας, παριστάνεται σε ώριμη ηλικία, με ρυτιδωμένα μάγουλα, νευρώδη, αλλά κάπως χαλαρό λαιμό και βλέμμα απλανές, κατά το κλασικιστικό πρότυπο, ενώ μια κουκουβάγια στο κέντρο της ταινίας που πλαισιώνει το κεφάλι συμβολίζει την παιδεία. Η επιβλητική απόδοση της μορφής, που αποπνέει αυτοπεποίθηση, τονίζει τη δυναμική προσωπικότητα του κόμη.

Έλληνας της διασποράς, ο Φιλόλαος εγκαταστάθηκε μετά τον πόλεμο στο Παρίσι. Η αποδέσμευσή του από το ακαδημαϊκό πνεύμα της Σχολής Καλών Τεχνών εκδηλώθηκε από τα πρώιμα έργα του, παρόλο που παραμένουν στο πλαίσιο της αναπαράστασης, και εδραιώθηκε πολύ σύντομα, οδηγώντας τον στην αφαίρεση. Έτσι, δημιούργησε συνθέσεις βασισμένες σε γεωμετρικές φόρμες ή εκφράστηκε μέσω αφαιρετικών σχημάτων, στα οποία τα παραστατικά στοιχεία περιορίζονται σε μια εντελώς σχηματοποιημένη απόδοση. Ένα τυχαίο γεγονός στα τέλη της δεκαετίας του ’50, όταν προσπαθούσε να δώσει μορφή σε ένα έργο από σίδερο, του αποκάλυψε μια φυσική τάση της ύλης για φυγόκεντρη απόκλιση, οδηγώντας τον στην αξιοποίηση και το συνδυασμό του διαγώνιου με τον κατακόρυφο άξονα. Έτσι, χρησιμοποιώντας κυρίως, ανοξείδωτο χάλυβα και beton lave (πλυμένο σκυρόδεμα) φιλοτεχνεί συνθέσεις όπως η «Πρώρα», που ισορροπούν σε κατακόρυφα και κεκλιμένα επίπεδα, ενώ ταυτόχρονα δημιουργούν την εντύπωση της εν δυνάμει περιστροφικής κίνησης.

Ο Γιάννης Γαΐτης ήταν ένας άνθρωπος ανήσυχος και επινοητικός, με έντονη διάθεση αμφισβήτησης αλλά και έμφυτο χιούμορ. Τα στοιχεία αυτά χαρακτηρίζουν και το έργο του, με σήμα κατατεθέν τα ανθρωπάκια.

Το ανθρωπάκι εμφανίστηκε στη ζωγραφική του Γαΐτη στις αρχές της δεκαετίας του ΄60. Στη συνέχεια τυποποιήθηκε, σχηματοποιήθηκε και έγινε ο πρωταγωνιστής των συνθέσεών του, επαναλαμβανόμενο ρυθμικά σε πλήθος συνδυασμών. Αργότερα ξέφυγε από τα αυστηρά όρια του ζωγραφικού πίνακα. Επεκτάθηκε στο χώρο, κόσμησε έπιπλα και κάθε είδους αντικείμενα καθημερινής χρήσης, πέρασε στο χώρο της μόδας και πρωταγωνίστησε σε περιβάλλοντα και χάπενινγκς ως ζωντανός, πλέον, άνθρωπος.

Η “Μαζική μεταφορά” εκφράζει την κριτική και συγχρόνως ειρωνική ματιά του καλλιτέχνη στη μαζικοποίηση, τον εγκλωβισμό και την απομόνωση του ανθρώπου των αστικών κέντρων, ενώ ο διπλός τίτλος του έργου – “Μαζική μεταφορά” ή “Γενικές μεταφορές” – δημιουργεί ποικίλους συνειρμούς.

Ο Γιαννούλης Χαλεπάς ήταν ένας καλλιτέχνης προικισμένος με ξεχωριστό ταλέντο. Η ζωή και η καλλιτεχνική του πορεία όμως σημαδεύτηκαν από την εκδήλωση ψυχικής ασθένειας, που οδήγησε στον εγκλεισμό του στο ψυχιατρείο της Κέρκυρας και στη διακοπή της εργασίας του για 40 ολόκληρα χρόνια. Τα πρώτα συμπτώματα αποκλίνουσας συμπεριφοράς εκδηλώθηκαν το 1878, οπότε έκλεισε και η πρώτη περίοδος της καλλιτεχνικής του δημιουργίας.

Η “Κοιμωμένη” είναι το πιο γνωστό έργο του Χαλεπά στο ευρύ κοινό. Η πρωτότυπη σύνθεση σε μάρμαρο έγινε για τον τάφο της δεκαοχτάχρονης Σοφίας Αφεντάκη στο Α΄ Νεκροταφείο της Αθήνας.

Για την απόδοση της νεκρής ο Χαλεπάς βασίστηκε στον τύπο της ξαπλωμένης ή ανακεκλιμένης μορφής πάνω σε σαρκοφάγο ή κλίνη. Το μοτίβο αυτό ξεκίνησε από την Ετρουρία και χρησιμοποιήθηκε ιδιαίτερα στην ευρωπαϊκή γλυπτική. Ο Χαλεπάς όμως αποφεύγει την απόλυτη ακαμψία με το λυγισμένο πόδι και την ελαφρά στροφή του κεφαλιού. Η πλαστική απόδοση της σάρκας αλλά και της διαφορετικής υφής των υφασμάτων και του σεντονιού χαρίζουν ιδιαίτερη ζωντάνια στο έργο. Το πρόσωπο της νεκρής κοπέλας έχει μια έκφραση ηρεμίας. Με τα μάτια κλειστά και τα χείλη μισάνοιχτα, μοιάζει παραδομένη σε ένα γαλήνιο ύπνο. Η στάση της αποδίδεται με απόλυτη φυσικότητα, ενώ οι πτυχώσεις των υφασμάτων είναι δουλεμένες με εξαιρετική δεξιοτεχνία. Το μοναδικό στοιχείο που παραπέμπει στον κόσμο των νεκρών είναι ο σταυρός που κρατάει στο στήθος. Το στοιχείο αυτό συνδέει τη σύνθεση με την ελληνική αρχαιότητα, αλλά και με τις αντιλήψεις των κλασικιστών. Στην αρχαία Ελλάδα ο Ύπνος και ο Θάνατος ήταν δίδυμα αδέλφια. Οι κλασικιστές θεωρούσαν το θάνατο έναν αιώνιο ύπνο χωρίς όνειρα.

Το εκμαγείο της σύνθεσης έγινε το 1980 από συνεργείο του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Η πρωτοβουλία ανήκε στον τότε διευθυντή της Εθνικής Πινακοθήκης Δημήτρη Παπαστάμο και στο δήμαρχο της Αθήνας Δημήτρη Μπέη. Ήταν μια προσπάθεια να διασωθούν από τη φθορά, λόγω της παρατεταμένης έκθεσής τους στο ύπαιθρο, ορισμένα από τα πιο σημαντικά έργα της νεοελληνικής γλυπτικής.

Ο Λάμπρος Γατής σπούδασε στη Σχολή Βακαλό και εργάστηκε κοντά στη χαράκτρια Βάσω Κατράκη, η γλυπτική όμως αποτέλεσε το κύριο εκφραστικό του μέσο. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 άρχισε να ενδιαφέρεται για τη δυνατότητα μετασχηματισμού και επέκτασης της φόρμας στο χώρο μέσω της κίνησης, δημιουργώντας μεταλλικές κατασκευές συναρμολογημένες από διάφορα άχρηστα αντικείμενα ή εξαρτήματα μηχανών. Οι κατασκευές αυτές, κρεμαστές ή στο έδαφος, φτιαγμένες με φαντασία και επινοητικότητα, μοιάζουν με ρομπότ, φανταστικά όντα ή παράδοξα όπλα και επιβάλλονται στο χώρο μέσω της μηχανικής κίνησης και του φωτισμού.

Το «SBBR G» είναι μια κρεμαστή ηλεκτροκινούμενη κατασκευή που τα μέλη της στρέφονται σε διάφορες κατευθύνσεις, εκπέμπει μικρές δέσμες φωτός και συγχρόνως παράγει ένα παράδοξο ήχο, που θα μπορούσε να είναι ο ήχος ενός άγνωστου όπλου.

Από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της αφαίρεσης στην ελληνική γλυπτική, ο Κώστας Κουλεντιανός άρχισε από νωρίς να αμφισβητεί τα ακαδημαϊκά διδάγματα. Εγκατεστημένος από το 1945 στο Παρίσι, το 1947 γνωρίστηκε με τον Henri Laurens. Η γνωριμία αυτή υπήρξε καθοριστική, καθώς υιοθέτησε την αφαιρετική απόδοση της ανθρώπινης μορφής επηρεασμένος από έργο του γάλλου καλλιτέχνη, η οποία, το 1959, τον οδήγησε στην αφαίρεση. Καταργώντας το παραδοσιακό βάθρο, δούλευε απευθείας την ύλη χωρίς προσχέδια ή προπλάσματα, ανακαλύπτοντας και ο ίδιος τα έργα του στη διάρκεια της δημιουργικής αυτής διαδικασίας. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’60 οι συνθέσεις του αποκτούν γεωμετρική δομή και συνδυάζουν τη δυναμική εισβολή στο χώρο με κοίλες ή επίπεδες επιφάνειες, αποτέλεσμα ενός συνεχούς προβληματισμού σε σχέση με το χώρο, το φως και τον όγκο. Χαρακτηριστικός αυτής της αντίληψης είναι ο “Κεραυνός”, που εξέθεσε το 1964 στη Μπιενάλε της Βενετίας και την ίδια χρονιά αγοράστηκε για τη συλλογή της Εθνικής Πινακοθήκης.

Ο Γρηγόρης Ζευγώλης σπούδασε στο Σχολείον των Τεχνών κοντά στον νεοκλασικιστή γλύπτη Γεώργιο Βρούτο την περίοδο 1903-1908, ήταν όμως από τους πρώτους έλληνες γλύπτες που συνέχισαν τις σπουδές τους στο Παρίσι, και όχι στη Ρώμη ή το Μόναχο, κατεξοχήν κέντρα του νεοκλασικισμού τον 19ο αιώνα. Όντας στο Παρίσι σε μια περίοδο που, παρά τις πρώτες εκδηλώσεις αμφισβήτησης, κυριαρχούσε ακόμη ο Ροντέν, ο Ζευγώλης παρέμεινε ακαδημαϊκός, αξιοποίησε όμως, μεταξύ άλλων, και στοιχεία της γλυπτικής του γάλλου γλύπτη. Ασχολήθηκε ακόμη με θέματα της καθημερινής ζωής, ενώ, σε αρκετές ελεύθερες συνθέσεις, υιοθέτησε τη ρεαλιστική απόδοση ή τη διακοσμητικότητα, σε μια εποχή που η γλυπτική στην Ελλάδα βρισκόταν σε μεταβατική περίοδο: ο νεοκλασικισμός επιβίωνε, κυρίως στο επίπεδο της στιλιστικής απόδοσης, συνυπήρχε όμως με τον ρεαλισμό, στο θεματικό κυρίως πεδίο.

Η “Χρυσόμυγα” ανήκει στα θέματα της καθημερινής ζωής, καθώς παριστάνει ένα κοριτσάκι που τραβιέται τρομαγμένο προς τα πίσω, για να αποφύγει μια χρυσόμυγα που έχει καθίσει στο πόδι του. Η τόσο αυθόρμητη και φυσική αυτή κίνηση καθιστά το έργο το αποκορύφωμα της ρεαλιστικής απόδοσης μιας ηθογραφικής σκηνής με παιδική μορφή στη φύση, που είχε πρωτοεμφανιστεί στη νεοελληνική γλυπτική το 1869 με τον “Θεριστή” του Δημητρίου Φιλιππότη, σηματοδοτώντας τη στροφή σε ρεαλιστικά θέματα.

Με επίκεντρο την ανθρώπινη μορφή, ο Χρήστος Καπράλος διαμόρφωσε το προσωπικό του ύφος μέσα από την αφομοίωση των διδαγμάτων της αρχαίας ελληνικής και της λαϊκής τέχνης, αλλά και της ευρωπαϊκής πρωτοπορίας. Τα πρώτα του έργα σε πηλό και γύψο, μορφές ρεαλιστικές, αλλά συγχρόνως απλοποιημένες και καθαρές, ακολούθησαν συνθέσεις σε χαλκό αφαιρετικές και συχνά αποσπασματικές, όπως Νίκες και μυθολογικές μορφές, αρχαίοι οπλίτες, ζευγάρια και μητέρες με παιδιά.

Από το 1965 ο Καπράλος στράφηκε και στη χρήση του ξύλου, ιδιαίτερα κορμών ευκαλύπτου, που του έδωσαν τη δυνατότητα να δημιουργήσει συνθέσεις με ισχυρή σχηματοποίηση και έντονη αφαιρετικότητα, υπακούοντας στη φόρμα που υποβάλλει το ίδιο το σχήμα των κορμών. Δημιούργησε έτσι μια σειρά έργων εμπνευσμένων από γεγονότα και μορφές της αρχαιότητας, όπως ο «Οπλίτης», ένα θέμα με το οποίο ασχολείτο από τη δεκαετία του ’50. Αντίθετα όμως με τη δραματική ένταση που χαρακτηρίζει τις παλαιότερες συνθέσεις σε χαλκό, ο «Οπλίτης» σε ξύλο αποκτά μνημειακό χαρακτήρα και μετατρέπεται σε σύμβολο νίκης..

Ο Γεώργιος Βρούτος υπήρξε κατεξοχήν εκπρόσωπος του νεοκλασικισμού, το ύφος του οποίου επιβιώνει στο μεγαλύτερο μέρος της ευρείας θεματογραφίας του (ανδριάντες, προτομές, ταφικά μνημεία, μυθολογικές και αλληγορικές συνθέσεις), ακόμη και όταν – όψιμα – στρέφεται και σε ρεαλιστικά θέματα.

Ο Νάρκισσος και η Ηχώ είναι ένα χαρακτηριστικό μυθολογικό θέμα, που εικονίζεται σε μια τοιχογραφία της Πομπηίας του 1ου μ.Χ. αιώνα και στη συνέχεια ενέπνευσε πολλούς νεότερους καλλιτέχνες. Σύμφωνα με την πιο γνωστή εκδοχή, ο Νάρκισσος ήταν ένας πολύ όμορφος νέος, που ερωτεύτηκε την εικόνα του όταν έσκυψε σε μια πηγή να ξεδιψάσει. Γοητευμένος από τη μορφή του, αφέθηκε να πεθάνει. Στο σημείο που πέθανε φύτρωσε ένα λουλούδι που το ονόμασαν νάρκισσο. Η νύμφη Ηχώ ήταν μια από τις κοπέλες που είχαν ερωτευτεί τον Νάρκισσο, ο έρωτάς της όμως δεν είχε ανταπόκριση. Απελπισμένη αποτραβήχτηκε στη μοναξιά της και εξασθένησε τόσο, που δεν έμεινε παρά η φωνή της.

Για να αναπαραστήσει τον αρχαίο μύθο ο Βρούτος δημιουργεί δύο μορφές, που λειτουργούν αυτόνομα, αλλά και ως ενιαίο σύνολο, τις οποίες αποδίδει ακολουθώντας τα πιο χαρακτηριστικά επεισόδια του μύθου: ο Νάρκισσος, καθισμένος σε βράχο διακοσμημένο με νάρκισσους, σκύβει το κεφάλι σαν να καθρεφτίζεται στο νερό και μειδιά αυτάρεσκα, καθώς αντικρίζει τη μορφή του, ενώ η Ηχώ, καθισμένη σε βράχο, προσπαθεί να φωνάξει.

Ο Κωνσταντίνος Παπαδημητρίου ήταν ένας λαϊκός τεχνίτης που εργάστηκε το 19ο αιώνα και, μεταξύ άλλων, φιλοτέχνησε ξυλόγλυπτες μορφές αγωνιστών στο πλαίσιο της λαϊκής αντίληψης.

Ο «Γεώργιος Καραϊσκάκης» παριστάνεται σε μια μετωπική, ήρεμη, αλλά συγχρόνως αποφασιστική στάση, ενώ με το χρωματισμό, χαρακτηριστικό στοιχείο της λαϊκής τέχνης, τονίζεται ο ρεαλισμός του συνόλου. Η επιγραφή «ΔΙΕΓΛύΦΘΗ καί ΕΖΩΓΡΑΦίΣΘΗ ΤΟ ΠΑΡόν / ΑΓΑΛΜΑ ΤΟΥ ΑΟΙΔΙΜΟΥ ΚΑΡΑϊΣΚΑΚΗ ΔΙΑ ΧΕΙ / ΡΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤίΝΟΥ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡίΟΥ ΕΞ Α / ΓΡΑΦΩΝ 1829 ΙΟΥΝίΟΥ 8», επίσης χαρακτηριστική της λαϊκής αντίληψης, δηλώνει όχι μόνο την ταυτότητα της μορφής, αλλά και την επιθυμία του δημιουργού να δείξει ότι το έργο έχει γίνει από ένα λαϊκό μεν, αλλά επώνυμο τεχνίτη.

Ο Ιωάννης Κόσσος ανήκει στην πρώτη γενιά νεοελλήνων γλυπτών που σπούδασαν στο Σχολείον των Τεχνών και διδάχθηκαν τον νεοκλασικισμό.
Ανταποκρινόμενος στο αίτημα απομνημόνευσης της πρόσφατης, αλλά και της σύγχρονής του ιστορίας, αναδείχθηκε σε εθνικό γλύπτη, απεικονίζοντας σε ανδριάντες, κυρίως όμως σε προτομές, αγωνιστές της Επανάστασης και προσωπικότητες της εποχής. Παράλληλα ασχολήθηκε με αλληγορικές και μυθολογικές συνθέσεις, παραδοσιακά θέματα του νεοκλασικισμού.

Η «Νύχτα», μια γυναικεία μορφή με πέπλο, αρχαιοπρεπείς αναφορές στην απόδοση των πτυχώσεων και του προσώπου με τις λείες επιφάνειες, και απλανές, χαμηλωμένο βλέμμα, είναι μια από τις χαρακτηριστικές αλληγορικές συνθέσεις του.

Η Αφροδίτη Λίτη από την αρχή αναζήτησε τις πηγές της έμπνευσής της στη φύση. Ξεκινώντας από την εξονυχιστική παρατήρησή της, μετασχηματίζει την πραγματικότητα σε υπερμεγέθεις παραστατικές εικόνες του φυσικού κόσμου, που αναπτύσσονται στο έδαφος ή αιωρούνται, και δημιουργεί άλλοτε μια ποιητική, ονειρική ατμόσφαιρα με φύλλα, καρπούς, λουλούδια, σκαθάρια, σαύρες, κλαδιά και δέντρα με πουλιά ή φυσικά στιγμιότυπα και άλλοτε μια εικόνα διαμαρτυρίας ενάντια στην καταστροφική επέμβαση του ανθρώπου.

Ένα φύλλο πλατανιού είναι η πρώτη φυσική εικόνα που μετέπλασε σε υπερμεγέθη γλυπτική κατασκευή. Κατασκευασμένο το 1984 από σίδερο και καθρέφτη σε διάφορα σχήματα, απλώνεται στο έδαφος αντανακλώντας τον ουρανό και το φυσικό περιβάλλον, όπως το Φύλλο που αντανακλά τον ουρανό και το τοπίο στον κήπο της Εθνικής Γλυπτοθήκης.

Ο Κώστας Δημητριάδης είναι ο πιο χαρακτηριστικός εκπρόσωπος του ύφους του Ροντέν στη νεοελληνική γλυπτική. Βρέθηκε στο Παρίσι την εποχή που ο Ροντέν ήταν στο απόγειο τη δόξας του και, στο ξεκίνημα της σταδιοδρομίας του στη γαλλική πρωτεύουσα, ασχολήθηκε με ελεύθερες συνθέσεις ανάλογου ύφους και περιεχομένου με εκείνες του γάλλου γλύπτη, τις οποίες συχνά απέδιδε σε διαφορετικά μεγέθη και υλικά.

Χαρακτηριστικό είναι το εικονογραφικό σύνολο «Οι νικημένοι της ζωής», ένα «συμβολικό μνημείο» όπως το είχε χαρακτηρίσει ο ίδιος. Εννέα ξεχωριστά έργα ενταγμένα σε ένα αρχιτεκτονικό σύνολο θα συνέθεταν μια ενότητα, που θα αναφερόταν στις αποτυχίες, τις απογοητεύσεις, τα διλήμματα και τις προσπάθειες των κοινών ανθρώπων στην πορεία της ζωής. Στα έργα αυτά χαρακτηριστικά της γλυπτικής του Rodin αναγνωρίζονται τόσο στο περιεχόμενο, καθώς η ανθρώπινη μορφή εξυπηρετεί την απόδοση των συμβολισμών που θέλει να εκφράσει ο γλύπτης, όσο και στο πλάσιμο των σωμάτων – εύρωστα, ρωμαλέα και με τονισμένη μυολογία τα ανδρικά, με μαλακές και ρευστές καμπύλες τα γυναικεία.

Το 1907 ο Δημητριάδης φιλοτέχνησε τον «Σκεπτόμενο» (ή το «Δίλημμα»), μια κλειστή περίοπτη σύνθεση, με εμφανές εικονογραφικό πρότυπο τον «Στοχαστή» του Ροντέν. Το έργο, αν και δεν αναφέρεται ως μέρος της, ανταποκρίνεται απόλυτα στο περιεχόμενο της ενότητας “Οι νικημένοι της ζωής”, την οποία ο Δημητριάδης δούλευε την περίοδο 1906-1911, και με την οποία το συνδέουν, επίσης, κοινά εικονογραφικά χαρακτηριστικά, όπως το γυμνό, μυώδες σώμα του άνδρα και τα ακατέργαστα τμήματα του μαρμάρου.

Ο Γεώργιος Βρούτος υπήρξε κατεξοχήν εκπρόσωπος του νεοκλασικισμού, το ύφος του οποίου επιβιώνει στο μεγαλύτερο μέρος της ευρείας θεματογραφίας του (ανδριάντες, προτομές, ταφικά μνημεία, μυθολογικές και αλληγορικές συνθέσεις), ακόμη και όταν – όψιμα – στρέφεται και σε ρεαλιστικά θέματα.

Ο Νάρκισσος και η Ηχώ είναι ένα χαρακτηριστικό μυθολογικό θέμα, που εικονίζεται σε μια τοιχογραφία της Πομπηίας του 1ου μ.Χ. αιώνα και ενέπνευσε πολλούς νεότερους καλλιτέχνες. Σύμφωνα με την πιο γνωστή εκδοχή, ο Νάρκισσος ήταν ένας πολύ όμορφος νέος, που ερωτεύτηκε την εικόνα του όταν έσκυψε σε μια πηγή να ξεδιψάσει. Γοητευμένος από τη μορφή του, αφέθηκε να πεθάνει. Στο σημείο που πέθανε φύτρωσε ένα λουλούδι που το ονόμασαν νάρκισσο. Η νύμφη Ηχώ ήταν μια από τις κοπέλες που είχαν ερωτευτεί τον Νάρκισσο, ο έρωτάς της όμως δεν είχε ανταπόκριση. Απελπισμένη αποτραβήχτηκε στη μοναξιά της και εξασθένησε τόσο, που δεν έμεινε παρά η φωνή της.

Για να αναπαραστήσει τον αρχαίο μύθο ο Βρούτος δημιουργεί δύο μορφές, που λειτουργούν αυτόνομα, αλλά και ως ενιαίο σύνολο, τις οποίες αποδίδει ακολουθώντας τα πιο χαρακτηριστικά επεισόδια του μύθου: ο Νάρκισσος, καθισμένος σε βράχο διακοσμημένο με νάρκισσους, σκύβει το κεφάλι σαν να καθρεφτίζεται στο νερό και μειδιά αυτάρεσκα, καθώς αντικρίζει τη μορφή του, ενώ η Ηχώ, καθισμένη σε βράχο, προσπαθεί να φωνάξει.

Ο Γεώργιος Βρούτος υπήρξε κατεξοχήν εκπρόσωπος του νεοκλασικισμού, το ύφος του οποίου επιβιώνει στο μεγαλύτερο μέρος της ευρείας θεματογραφίας του (ανδριάντες, προτομές, ταφικά μνημεία, μυθολογικές και αλληγορικές συνθέσεις), ακόμη και όταν – όψιμα – στρέφεται και σε ρεαλιστικά θέματα.

Ο «Έρωτας που σπάζει το τόξο του» είναι μια από τις χαρακτηριστικές μυθολογικές συνθέσεις που φιλοτέχνησε.

Στην τέχνη συναντώνται πολλά θέματα εμπνευσμένα από τον Έρωτα, τόσο στην αρχαιότητα όσο από την Αναγέννηση και μετά. Τα επεισόδια που απεικονίζονται συχνότερα είναι η εκπαίδευση ή η τιμωρία του Έρωτα, ο Έρωτας με τον αδελφό του, Αντέρωτα, ο Έρωτας και οι μέλισσες, ο Έρωτας και η Ψυχή. Παρόλα αυτά, ο Βρούτος επέλεξε μια σκηνή σπάνια: ο Έρωτας, ένα φτερωτό νεαρό αγόρι καθισμένο σε βράχο, πατά στη φαρέτρα του και προσπαθεί να σπάσει το τόξο του.

Ο Βρούτος φιλοτέχνησε το έργο γύρω στο 1896, σε μια εποχή που οι ηθογραφικές σκηνές αποτελούσαν, πλέον, ένα σημαντικό κομμάτι της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Παρόλα αυτά, ο Βρούτος προτίμησε μια μυθολογική σύνθεση, η οποία δημιουργήθηκε στο πλαίσιο της αντίληψης της αρμονικής συνύπαρξης φύσης και τέχνης και της διακόσμησης του περιβάλλοντος με γλυπτά.