Έχοντας φοιτήσει για πέντε χρόνια στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Αθήνας (1946-1950) εγκατέλειψε τις σπουδές του και στράφηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών. Μετά από προετοιμασία στο φροντιστήριο του Πάνου Σαραφιανού, σπούδασε στη Σχολή (1950-1955) κοντά στους Ουμβέρτο Αργυρό, Γιάννη Παππά και Γιάννη Μόραλη. Παράλληλα εργαζόταν ως βοηθός του Γιάννη Τσαρούχη σε διάφορες παραγγελίες για σκηνογραφίες, εκτελώντας και ο ίδιος σκηνογραφικές εργασίες.

Από το 1956 ως το 1960 έζησε στη Ρώμη και κατόπιν, ως το 1966, στο Παρίσι. Επέστρεψε στην Ελλάδα αλλά οι πολιτικές συνθήκες τον ανάγκασαν να γυρίσει το 1969 και πάλι στο Παρίσι. Η επεξεργασία των “Μεταναστών”, ενός θέματος-σταθμού στη δουλειά του, τον οδήγησε στο Βερολίνο, όπου εργάστηκε για δύο σχεδόν χρόνια με υποτροφία της D.A.A.D. (1973-1975). Το 1976 εγκαταστάθηκε οριστικά στην Ελλάδα, έχοντας το 1975 εκλεγεί καθηγητής στην έδρα της ζωγραφικής της Αρχιτεκτονικής Σχολής του Ε.Μ.Π., όπου δίδαξε ως το 1996. Το 1981 και το 1989 προσκλήθηκε να διδάξει στην Sommerakademie του Salzburg.

Το 1958 ξεκίνησε την εκθεσιακή του δραστηριότητα παρουσιάζοντας την πρώτη ατομική του έκθεση στη γκαλερί Ζυγός, που ήταν και η πρώτη ατομική αφηρημένης ζωγραφικής στην Ελλάδα. Ακολούθησαν πολλές ατομικές εντός και εκτός Ελλάδος, ανάμεσα στις οποίες οι αναδρομικές στο Moderna Museet της Στοκχόλμης το 1972, στο μουσείο Karl Ernst Ostahaus της Χάγης το 1991, στην Staatliche Kunsthalle του Βερολίνου το 1992 και στην Εθνική Πινακοθήκη το 1999. Παράλληλα παρουσίαζε το έργο του σε Πανελλήνιες, ομαδικές και διεθνείς εκθέσεις, όπως η Documenta του Κάσσελ το 1977, τα Ευρωπάλια στις Βρυξέλλες το 1982 και η Μπιενάλε της Βενετίας το 1988.

Από τους κορυφαίους εκπροσώπους της “Γενιάς του ’60”, ο Βλάσης Κανιάρης εντόπισε το ενδιαφέρον του στην έρευνα του ρόλου της τέχνης σε σχέση με τη ζωή. Αντλώντας την έμπνευσή του από κοινωνικές και πολιτικές καταστάσεις και εγκαταλείποντας από την αρχή σχεδόν την παραδοσιακή ζωγραφική σε τελάρο, στηρίχτηκε στα διδάγματα του νέου ρεαλισμού, της φτωχής τέχνης και της τέχνης του αντικειμένου και με το δικό του προσωπικό ύφος δημιούργησε κατασκευές από πραγματικά υλικά, οργάνωσε “χώρους” με κούκλες και αντικείμενα και δημιούργησε περιβάλλοντα, παρουσιάζοντας τους προβληματισμούς του σε ενότητες όπως οι “Τοίχοι”, οι γύψοι, τα συρματοπλέγματα και τα γαρύφαλλα, οι “Gastarbeiter-Fremdarbeiter”, “Helas-Hellas”, “Βορράς-Νότος” κ.ά. Από το 1981 πειραματίζεται επίσης με ένα λευκό ρολό χαρτιού, με το οποίο δίνει μορφή στην έννοια της “Ενδεχόμενης ζωγραφικής”.

Μοιραστείτε: