Σπούδασε φιλολογία, φιλοσοφία και νομικά στο Παρίσι και το 1929 γράφτηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών της γαλλικής πρωτεύουσας, όπου σπούδασε γλυπτική κοντά στον Ζαν Μπουσέ. Από το 1932, παράλληλα με την εργασία στο προσωπικό του εργαστήριο, εργάστηκε και ως σχεδιαστής στο Μουσείο Εκμαγείων της Σχολής Καλών Τεχνών και στο Λούβρο. Το 1937 επέστρεψε στην Ελλάδα, αλλά το 1944 επιστρατεύτηκε και υπηρέτησε στη ναυτική βάση της Αλεξάνδρειας. Έμεινε εκεί ως το 1950, ενώ το 1953, μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, εξελέγη καθηγητής στην έδρα γλυπτικής της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών. Δίδαξε μέχρι το 1978, ενώ από το 1959 και για δέκα χρόνια υπήρξε διευθυντής. Το 1972 εξελέγη αντεπιστέλλον μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας Καλών Τεχνών και το 1980 μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

Το 1950 παρουσίασε την πρώτη ατομική του έκθεση στην Αλεξάνδρεια, την οποία ακολούθησαν ατομικές στην Αθήνα, καθώς και αναδρομική παρουσίαση του έργου του το 1992 στην Εθνική Πινακοθήκη. Συμμετείχε επίσης σε ομαδικές και διεθνείς εκθέσεις, μεταξύ των οποίων το Φθινοπωρινό Σαλόν του Παρισιού το 1936, το Σαλόν του Κεραμεικού το 1936 και το 1938, η Διεθνής Έκθεση του Παρισιού το 1937, η Μπιενάλε της Βενετίας το 1978, καθώς και Πανελλήνιες.

Στη γλυπτική του, που περιλαμβάνει προτομές, ανδριάντες, ηρώα, μνημεία και ελεύθερες συνθέσεις, ανιχνεύονται επιρροές από ένα ευρύ φάσμα προτύπων που εκτείνεται από την αρχαία ελληνική και αιγυπτιακή γλυπτική μέχρι τις σύγχρονες τάσεις. Πιστός στην απεικόνιση της ανθρώπινης μορφής, δημιούργησε συνθέσεις αρχικά με τονισμένο ρεαλισμό και ψυχογραφική διάθεση, για να στραφεί στη συνέχεια σε πιο απλοποιημένες και λιτές φόρμες δίνοντας έμφαση στις πλαστικές αξίες και να φτάσει, προς το τέλος της δεκαετίας του ΄50, σε μια σχηματοποιημένη, αφαιρετική σχεδόν απόδοση. Παράλληλα με τη γλυπτική ασχολήθηκε επίσης με τη ζωγραφική και το σχέδιο, παραμένοντας, και στο πεδίο αυτό, πιστός στην παραστατική απεικόνιση.

Μοιραστείτε: