Σπούδασε αρχικά στην Κέρκυρα κοντά στον Χαράλαμπο Παχή (1872-1875) και ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη Ρώμη, τη Νάπολη και τη Βενετία (1875-1877/78). Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, εγκαταστάθηκε στην Κέρκυρα, πραγματοποίησε όμως πολλά ταξίδια στην Κωνσταντινούπολη, τη Μικρά Ασία, την Αίγυπτο, την Ιταλία, τη Γαλλία, την Ισπανία και την Ελβετία απεικονίζοντας τα τοπία τους.

Το 1875 ξεκίνησε την εκθεσιακή του δραστηριότητα συμμετέχοντας στα Ολύμπια, ενώ το 1886 παρουσίασε την πρώτη του ατομική στην Αθηναϊκή Λέσχη. Εκεί γνώρισε τον άγγλο πρεσβευτή Ford, ο οποίος του ανέθεσε να φιλοτεχνήσει επτά λευκώματα με τοπία από την Κωνσταντινούπολη, τη Ρόδο, τη Βενετία και την Ισπανία, οργάνωσε εκθέσεις του στην Αθήνα και το εξωτερικό και τον εισήγαγε σε ευρωπαϊκούς αυλικούς κύκλους. Η εκθεσιακή του δραστηριότητα συνεχίστηκε σε όλη τη διάρκεια της καλλιτεχνικής του πορείας με διοργανώσεις ατομικών και συμμετοχές σε ομαδικές στην Ελλάδα και το εξωτερικό, μεταξύ των οποίων στον “Παρνασσό” και το Ζάππειο, στην Καλλιτεχνική Έκθεση των Αθηνών το 1899, στην Παγκόσμια Έκθεση του Παρισιού το 1900 κ.ά. Το 1918 παρουσίασε μεγάλη ατομική στην αίθουσα GEO, ενώ το 1974 η Εθνική Πινακοθήκη οργάνωσε αναδρομική έκθεση του έργου του.

Το 1902 ίδρυσε την Καλλιτεχνική Σχολή της Κέρκυρας, στην οποία δίδασκε και ο ίδιος, και το 1907/8 διακόσμησε με τοιχογραφίες την οικία Βραΐλα στην Κέρκυρα, εξοχική κατοικία της αυτοκράτειρας της Αυστρίας Ελισάβετ.

Μετά από πολλές αναζητήσεις εκφραστικών τρόπων ήδη από την εποχή των σπουδών του, ο Γιαλλινάς στράφηκε στην υδατογραφία, την οποία καλλιέργησε σχεδόν αποκλειστικά και εξελίχθηκε σε έναν από τους κορυφαίους έλληνες υδατογράφους, δημιουργώντας σχολή στον τομέα του. Ζωγραφίζοντας κατά κύριο λόγο τοπία (θαλασσογραφίες, μνημεία της αρχαίας Ελλάδας, του Βυζαντίου και της Ανατολής, συνοικίες κ.ά.), αλλά και ορισμένα ηθογραφικά θέματα, δημιούργησε εικόνες ποιητικές που απηχούν μια κλασικιστική-ρομαντική αντίληψη και χαρακτηρίζονται από την ισορροπία της σύνθεσης, την ιδιαίτερη επιμέλεια στην απόδοση των λεπτομερειών και την ευαισθησία στην απόδοση των χρωματικών διαβαθμίσεων.

Μοιραστείτε: