Το ενδιαφέρον του για την τέχνη εκδηλώθηκε από νεαρή ηλικία και το 1929 ξεκίνησε τις σπουδές του στη Σχολή Καλών Τεχνών, στα εργαστήρια του Κωνσταντίνου Παρθένη και του Ουμβέρτου Αργυρού. Αποφοίτησε το 1936 και τον επόμενο χρόνο έφυγε με το στενό του φίλο Γιάννη Μόραλη για τη Ρώμη. Με υποτροφία του Πρίγκηπα Νικόλαου, την οποία κέρδισε το 1939, συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι, η κήρυξη όμως του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου τον ανάγκασε να επιστρέψει στην Ελλάδα.

Έχοντας ξεκινήσει από το 1936 την εκθεσιακή του δραστηριότητα συμμετέχοντας σε ομαδική έκθεση στη Μπιενάλε της Βενετίας, παρουσίασε το 1948 την πρώτη του ατομική, ενώ έλαβε μέρος σε εκθέσεις των ομάδων “Ελεύθεροι Καλλιτέχνες”, “Τέχνη” και “Αρμός”, της οποίας υπήρξε ιδρυτικό μέλος, καθώς και σε Πανελλήνιες και διεθνείς, όπως οι Μπιενάλε της Βενετίας το 1964 και του Σάο Πάολο το 1957. Μετά το θάνατό του το έργο του παρουσιάστηκε σε διάφορες εκθέσεις και το 1991 σε μεγάλη αναδρομική στην Εθνική Πινακοθήκη.

Στο πλαίσιο της ευρύτερης καλλιτεχνικής του δραστηριότητας ασχολήθηκε με τη σκηνογραφία, φιλοτεχνώντας σκηνικά και κοστούμια για το Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν, το Ελληνικό Χορόδραμα της Ραλλούς Μάνου, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, καθώς και για παραστάσεις αρχαίου δράματος στην Επίδαυρο και το Ωδείο Ηρώδου του Αττικού. Έναν ακόμη τομέα της δημιουργίας του αποτέλεσε η ενασχόληση με το φορητό φρέσκο και την τοιχογραφία, η οποία ξεκίνησε το 1949 και περιλαμβάνει τη διακόσμηση της αίθουσας τελετών και της αίθουσας φοιτητών της Παντείου, του θεάτρου Μουσούρη και της Λέσχης “Θεοτοκόπουλος” στο Ηράκλειο, του τουριστικού ξενοδοχείο της Σπάρτης και του τουριστικού περιπτέρου των Μυκηνών κ. ά. Συνεργάστηκε επίσης με το περιοδικό “Νέα Εστία” εικονογραφώντας διηγήματα, ενώ, έχοντας μελετήσει βαθιά την αρχαία ελληνική τέχνη, δημοσίευσε άρθρα σχετικά με τις αρμονικές χαράξεις των έργων και τη δημιουργία του Κούρου. Το 1964 εξελέγη καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών. Το 1986, λίγο μετά το θάνατό του, εκδόθηκε το βιβλίο του “Η περιπέτεια της γραμμής στην Τέχνη”, με θεωρητικά κείμενα σχετικά με τις εμπειρίες του και τους πειραματισμούς του στην τέχνη.

Στη ζωγραφική του, που χαρακτηρίζεται από τη λιτότητα του ύφους, κατάλοιπο μιας σύντομης θητείας του στην αφαίρεση, και από την έλλειψη πολλών και έντονων χρωμάτων, κυρίαρχο θέμα από την αρχή αποτέλεσε η σαρκώδης γυμνή γυναικεία μορφή, που απέδωσε χωρίς προοπτική και τη συνδύασε με τα τρία ελληνικά δέντρα, τη συκιά, την ελιά και τη ροδιά. Σε πιο περιορισμένη κλίμακα ασχολήθηκε επίσης με τη νεκρή φύση και το τοπίο και πειραματίστηκε με τη ζωγραφική πάνω σε πέτρες.

Μοιραστείτε: