Καπράλος Χρήστος (1909 - 1993)
Λουόμενη ΙΙΙ, 1963
Καταγόμενος από φτωχή οικογένεια αγροτών, πήρε τα πρώτα μαθήματα ζωγραφικής από αγιογράφους της περιοχής. Το 1928 ήρθε στην Αθήνα, εργαζόμενος αρχικά ως σχεδιαστής στο γραφείο του αρχιτέκτονα Β. Κουρεμένου και κατόπιν στο εργαστήριο του Βάσου Φαληρέα. Από το 1930 ως το 1934, με υποστήριξη των αδελφών Παπαστράτου, σπούδασε ζωγραφική στη Σχολή Καλών Τεχνών. Το ταλέντο του όμως στη γλυπτική τον οδήγησε την ίδια χρονιά στο Παρίσι. Στη γαλλική πρωτεύουσα παρακολούθησε μαθήματα στις Ακαδημίες Κολαροσί και Γκραντ Σωμιέρ, εργαζόμενος κυρίως κοντά στον Μαρσέλ Ζιμόν. Το 1940, με την έκρηξη του πολέμου, επέστρεψε στην Ελλάδα και στρατεύτηκε. Στη διάρκεια της Κατοχής κατέφυγε στο χωριό του δουλεύοντας στα καπνοχώραφα, χωρίς όμως να εγκαταλείψει τη γλυπτική. Το 1946 επέστρεψε και πάλι στην Αθήνα, όπου άνοιξε εργαστήριο και αφοσιώθηκε απερίσπαστος στην τέχνη του. Το 1962 εγκαταστάθηκε στην Αίγινα, όπου περνούσε τον περισσότερο χρόνο του. Από το 1995 το εργαστήριό του εκεί λειτουργεί ως μουσείο.
Η εκθεσιακή του δραστηριότητα ξεκίνησε το 1946 με την παρουσίαση της πρώτης ατομικής του έκθεσης στον Παρνασσό. Ακολούθησαν ατομικές παρουσιάσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, καθώς και αναδρομική έκθεση το 1981 στην Εθνική Πινακοθήκη. Έλαβε επίσης μέρος σε ομαδικές, Πανελλήνιες και διεθνείς διοργανώσεις, όπως οι Μπιενάλε της Βενετίας το 1962 και το 1972 και του Σάο Πάολο το 1975.
Επίκεντρο της γλυπτικής του Χρήστου Καπράλου υπήρξε από την αρχή η ανθρώπινη μορφή. Χρησιμοποιώντας αρχικά τον πηλό, το γύψο, την πέτρα και το μάρμαρο φιλοτέχνησε μεμονωμένα γλυπτά ή σειρές, που απέδωσε ρεαλιστικά, έχοντας ως πηγή έμπνευσης την ελληνική γλυπτική της αρχαϊκής, κυρίως, περιόδου. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’60 στράφηκε σε συνθέσεις αφαιρετικές, όχι όμως εντελώς ανεικονικές. Χρησιμοποιώντας μια δική του τεχνική, δημιούργησε έργα από ελάσματα χαλκού, στα οποία η ηθελημένη παραμόρφωση, η αποσπασματική απόδοση και ο συνδυασμός ετερόκλητων στοιχείων έχουν ως πρότυπο τον εξπρεσιονισμό, το σουρεαλισμό ή το φουτουρισμό. Ενδιαφέρθηκε επίσης για αντικείμενα καθημερινής χρήσης και μορφές ζώων και χρησιμοποίησε το ξύλο για να δημιουργήσει συνθέσεις εμπνευσμένες από τη μυθολογία, την ιστορία και τη χριστιανική παράδοση.
Λουόμενη ΙΙΙ, 1963
Μάνα – Κόρη IV, 1971
Καθιστή γυναικεία μορφή (Καμαρωτή), 1957
Καθιστή γυναικεία μορφή (Καμαρωτή), 1956
Δίφρος, 1955
Αυτοπροσωπογραφία, 1930 - 1934
Η μάνα μου (Εθνική Καρτερία), 1952
Κένταυρος και Λαπιθίδα, 1961
Γερασμένη Αφροδίτη, 1978
Πληγωμένος Οπλίτης – Βιετνάμ, 1968 - 1969
Οπλίτης, 1970
Kazuo Kikuchi, 1937
Τραπέζι και κάθισμα (Πάρος), 1967
Σύνθεση με καλλιτέχνη την ώρα της δημιουργίας, 1985
Μάνα – Κόρη Ι, 1961
Μάνα – Κόρη ΙΙ, 1963
Πόρτα – Βιετνάμ, 1968
Δάφνη I, 1963
Μορφή (Γυναίκα του δρόμου), 1963
Απρίλιος 1967, 1967
Απρίλιος 1967 (Ο θρήνος της μάνας), 1967
Σύνθεση (Φιγούρα τράπουλας – Ο Φάντης), 1964
Νούλα, 1940 - 1945
Η μάνα του φίλου μου Νίκου Παπαδημητράκη, 1930 - 1934