1834 – 1897. Η πορεία έως την ίδρυση της Πινακοθήκης

Η μέριμνα για τη δημιουργία καλλιτεχνικών συλλογών είναι σχεδόν ομήλικη με το ελεύθερο ελληνικό κράτος και εκφράζει τον πόθο των Ελλήνων να δουν τις τέχνες να αναγεννώνται στην αρχαία κοιτίδα τους. Ο νόμος «Περί των επιστημονικών και τεχνολογικών συλλογών, περί ανακαλύψεως και διατηρήσεως των αρχαιοτήτων και της χρήσεως αυτών» το 1834 προέβλεπε για πρώτη φορά την ίδρυση Πινακοθήκης. To 1836, ο αρχιτέκτονας του Λουδοβίκου Α΄ της Βαυαρίας, Leo von Klenze, εκπόνησε σχέδια για την οικοδόμηση ενός σύνθετου μουσείου, του Παντεχνείου (Pantechnion), το οποίο θα στέγαζε, μεταξύ άλλων, συλλογές πινάκων, σχεδίων και χαρακτικών, καθώς και μια Σχολή Καλών Τεχνών. Τα σχέδια όμως δεν υλοποιήθηκαν.

Η πρώτη προσπάθεια δημιουργίας μιας συλλογής έργων τέχνης, που θα στεγαζόταν στο Παντεχνείον, έγινε το 1841, από τον διευθυντή του Πολυτεχνικού Σχολείου, Friedrich Zentner. Ο Zentner μετέφερε στο Πολυτεχνείο όσα έργα είχαν συγκεντρωθεί στο υπουργείο Εσωτερικών, ενώ είχαν ήδη μεταφερθεί και όσα είχε συγκεντρώσει στην Αίγινα ο Ιωάννης Καποδίστριας. Το 1878, με ενέργειες του διευθυντή του Πολυτεχνείου, Γεράσιμου Μαυρογιάννη, άνοιξε για το κοινό η πρώτη Πινακοθήκη, έχοντας στη συλλογή της 117 πίνακες κυρίως ξένων καλλιτεχνών. Οι 44 προέρχονταν από τη συλλογή του Πανεπιστημίου, μέρος των οποίων ήταν δωρεά του συγγραφέα και λόγιου Στέφανου Ξένου (1821-1894) το 1865, ενώ οι υπόλοιποι ανήκαν στην παλιά πινακοθήκη του Σχολείου των Τεχνών, το οποίο είχε ιδρυθεί από το 1837, και προέρχονταν επίσης από δωρεές. Η κίνηση αυτή όμως, αν και έγινε δεκτή με ενθουσιασμό, δεν είχε συνέχεια.

Το 1892, ο υπουργός των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος, βασιζόμενος στο νόμο του 1834, συνέστησε επιτροπή για να διερευνηθούν οι συνθήκες και να προετοιμαστεί η ίδρυση δημόσιας Πινακοθήκης. Το 1893 ο νέος υπουργός των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, Αθανάσιος Ευταξίας, υπέβαλε στη Βουλή νομοσχέδιο για την ίδρυση καλλιτεχνικού μουσείου, το οποίο, όμως, δεν ψηφίστηκε.

Το 1895 δημοσιεύθηκε η διαθήκη του νομικού, φιλότεχνου και ιδρυτικού μέλους της εταιρείας Φίλων του Λαού, Αλέξανδρου Σούτσου (1839-1895). Ο διαθέτης κληροδοτούσε την περιουσία του στο ελληνικό δημόσιο με σκοπό την ίδρυση και συντήρηση Μουσείου Ζωγραφικής, με την επωνυμία «Μουσείον Αλεξάνδρου Σούτσου». Το μουσείο θα στεγαζόταν στο σπίτι του, στην οδό Φιλελλήνων, και, με πυρήνα τη συλλογή του, θα περιλάμβανε «…έργα πρωτότυπα των διαφόρων σχολών ζωγράφων αποθανόντων τουλάχιστον προ τριάκοντα ετών, και ιχνογραφίας (dessins) πρωτοτύπους […] νομισματικήν συλλογήν, ης βάσιν εσταί η παρά του πατρός μου αφεθείσα […] βιβλιοθήκην ης βάσιν εσταί η εμή […] διάφορα έργα τέχνης (objets dart), Βυζαντινά, Μεσαιωνικά και της Αναγεννήσεως (Rennaissance)».

Το 1897 ο Αθανάσιος Ευταξίας υπέβαλε στον βασιλιά Γεώργιο Α΄ σχέδιο διατάγματος για την ίδρυση Μουσείου Καλών Τεχνών. Με βάση το σχέδιο αυτό, στις 18 Σεπτεμβρίου 1897 δημοσιεύθηκε βασιλικό διάταγμα που όριζε την ίδρυση «Μουσείου των Καλών Τεχνών», με προσωρινή στέγη τη Σιναία Ακαδημία. Έθετε, έτσι, τις βάσεις για την ίδρυση της πρώτης κρατικής Πινακοθήκης στην Ελλάδα και την ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων και της Ανατολικής Μεσογείου. Σύμφωνα με το διάταγμα, στο Μουσείο θα κατατίθενται: «α΄) έργα της βυζαντιακής και χριστιανικής τέχνης από των πρώτων χριστιανικών χρόνων, ιδίως τοιχογραφίαι, αι εν τω Εθν. Μουσείω νυν κατακείμεναι και αι τήδε κακείσε ανά το Κράτος διεσπαρμέναι, β΄) αντίγραφα, χαλκογραφήματα και οιαδήποτε απεικονίσματα των εξόχων της Εσπερίας ζωγράφων, γ΄) πίνακες ξένων καλλιτεχνών και Ελλήνων ανεγνωρισμένης Ευρωπαϊκής φήμης. Εν τω Μουσείω τούτω κατατίθενται και έργα της γλυπτικής από των πρώτων χριστιανικών χρόνων». Την εποπτεία του μουσείου θα είχαν ένας Έφορος και εξαμελής Επιτροπή, των οποίων ορίζονταν επίσης τα καθήκοντα. Η Επιτροπή θα απαρτιζόταν από τον διευθύνοντα τη Σχολή Καλών Τεχνών διευθυντή της Σχολής των Βιομηχάνων Τεχνών ως πρόεδρο, τον Γενικό Έφορο των Αρχαιοτήτων και Μουσείων, τον Έφορο του Μουσείου των Καλών Τεχνών και τέσσερα άλλα μέλη, από τα οποία τα δύο τουλάχιστον έπρεπε να είναι διακεκριμένοι καλλιτέχνες, που είχαν διατελέσει ή διατελούσαν καθηγητές στη Σχολή Καλών Τεχνών. Επιπλέον, διαπρεπείς Έλληνες καλλιτέχνες εγκατεστημένοι στο εξωτερικό θα μπορούσαν, με απόφαση του Υπουργού των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, να διορίζονται αντεπιστέλλοντα ή – οι πλέον διακεκριμένοι – επίτιμα μέλη της Επιτροπής. Ανάμεσα στα καθήκοντα της Επιτροπής ήταν η μέριμνα απόκτησης έργων για τον εμπλουτισμό των συλλογών, καθώς και η λήψη αποφάσεων για αγορές και αποδοχές προτεινόμενων δωρεών, τις οποίες θα έπρεπε να εγκρίνει το Υπουργείο. Τον πυρήνα των συλλογών θα αποτελούσαν όσα έργα, από εκείνα που ανήκαν στην κυβέρνηση και σε δημόσια ιδρύματα, έκρινε η Επιτροπή αξιόλογα, καθώς και όσες βυζαντινές τοιχογραφίες μπορούσαν να αποτοιχισθούν, ενώ στο μέλλον το μουσείο θα μπορούσε να εμπλουτισθεί με αγορές και δωρεές.

Το μουσείο που πρότεινε ο Αθανάσιος Ευταξίας δεν λειτούργησε ποτέ, αφού το διάταγμα του 1897 ανακλήθηκε με εκείνο της 28ης Ιουνίου 1900, «Περί κανονισμού της εν Αθήναις Πινακοθήκης».

Ιστορικό

Γεώργιος Ιακωβίδης (1853-1932)

Η Εθνική Πινακοθήκη ιδρύθηκε στις 10 Απριλίου 1900 με τον νόμο ΒΨΛΔ΄, ο οποίος προέβλεπε τη θέση εφόρου. Στη θέση αυτή διορίστηκε ο ζωγράφος Γεώργιος Ιακωβίδης (1853-1932), με βασιλικό διάταγμα που είχε δημοσιευθεί στις 22 Ιανουαρίου 1900. Στις 28 Ιουνίου 1900 θεσμοθετήθηκε και ο κανονισμός λειτουργίας της, σύμφωνα με τον οποίο «Σκοπός της εν Αθήναις ιδρύσεως Πινακοθήκης είνε η παρ’ ημίν ανάπτυξις και προαγωγή του αισθήματος του καλού διά της προσκτήσεως και εκθέσεως εις κοινήν θέαν δημιουργημάτων των γραφικών τεχνών, ειδικώτερον δε η εν αυτή διδασκαλία και μελέτη των εις τας καλάς τέχνας ασχολουμένων». Τα έργα της συλλογής της κατανέμονταν σε έξι τμήματα, που περιλάμβαναν «πίνακας της βυζαντινής τέχνης, […] της μεσαιωνικής, […] της νεωτέρας (ελαιογραφικούς), […] υδατογραφήματα, κρητιδογραφήματα και ιχνογραφήματα, […] αντίγραφα πινάκων, ων τα πρωτότυπα απόκεινται εν άλλαις συλλογαίς και εντύπους εικόνας (ξυλογραφήματα, χαλκογραφήματα, χαλυβογραφήματα, χαλκοτυπίας κ.τ.λ.)».
Πυρήνα των συλλογών αποτέλεσαν 258 έργα τέχνης από τις συλλογές του Πολυτεχνείου και του Πανεπιστημίου, που παραδόθηκαν στον Γεώργιο Ιακωβίδη από τον διευθυντή του Πολυτεχνείου Αναστάσιο Θεοφιλά στις 28 Ιουλίου 1900, καθώς και η συλλογή έργων τέχνης του νομικού και φιλότεχνου Αλέξανδρου Σούτσου (1839-1895), ο οποίος, με τη διαθήκη του, είχε κληροδοτήσει την περιουσία του στο ελληνικό δημόσιο με σκοπό την ίδρυση και συντήρηση Μουσείου Ζωγραφικής. Η συλλογή του παραδόθηκε από τη σύζυγό του Ναταλία Σούτσου στις 21 Ιουνίου 1901.

Ο κανονισμός προέβλεπε, επίσης, τη δημιουργία βιβλιοθήκης Ιστορίας της Τέχνης και έδινε το δικαίωμα στον έφορο να προσθέσει στον αρχικό πυρήνα της συλλογής όσα έργα έκρινε αξιόλογα από τα διάφορα δημόσια ιδρύματα. Ο έφορος είχε, ακόμη, το δικαίωμα να πραγματοποιεί αγορές, καταθέτοντας αιτιολογημένη πρόταση, που θα έπρεπε να εγκρίνει το υπουργείο των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, στο οποίο είχε υπαχθεί η Πινακοθήκη. Επιπλέον, για την πλήρωση των αναγκών, και ιδιαίτερα για τον εμπλουτισμό με έργα τέχνης, μπορούσε να δέχεται χρηματικές δωρεές, συνδρομές και κληροδοτήματα.

Όσον αφορούσε στη στέγαση, μέχρι να αποκτήσει δικό της κτήριο, η Πινακοθήκη θα στεγαζόταν στον πάνω όροφο του κεντρικού διαμερίσματος του Πολυτεχνείου.

 

Στις 24 Φεβρουαρίου 1906 δημοσιεύθηκε βασιλικό διάταγμα, με το οποίο διοριζόταν εξαμελής Επιτροπή Επίβλεψης αποτελούμενη από προσωπικότητες της πολιτικής και οικονομικής ζωής του τόπου: τον μετέπειτα πρωθυπουργό Στέφανο Σκουλούδη και τους Στέφανο Π. Ράλλη, Μάρκο Δραγούμη, Πέτρο Καλλιγά, Σπυρίδωνα Στάη και Θέμο Άννινο. Η Επιτροπή, σε συνεργασία με τον έφορο, σκοπό είχε την επιμέλεια της διακόσμησης, του εμπλουτισμού, της ανάπτυξης και της ευπρεπούς διατήρησης των συλλογών του μουσείου. Επιπλέον, για πρώτη φορά προβλέφθηκε οικονομική ενίσχυση της Πινακοθήκης με τρεις χιλιάδες δραχμές ετησίως από το κληροδότημα του ομογενή ευεργέτη Δημητρίου Δωρίδη, που είχε αφήσει την περιουσία του στο ελληνικό έθνος για να διατίθεται για αγαθοεργίες σε δημόσια ιδρύματα.

Ο εμπλουτισμός των συλλογών επιτεύχθηκε με την ψήφιση νόμων που εξασφάλιζαν την παραχώρηση έργων και χάρη σε γενναιόδωρες προσφορές ιδιωτών εντός και εκτός Ελλάδας. Στο πλαίσιο αυτό, στις 6 Απριλίου 1911 η Διαχειριστική Επιτροπή της περιουσίας του κληροδοτήματος Γεωργίου Αβέρωφ παρέδωσε στην Πινακοθήκη τους 80 πίνακες της συλλογής του, καθώς και 15 ακόμη που είχαν αγοραστεί με τα χρήματα του κληροδοτήματος. Οι πίνακες εκτέθηκαν σε ιδιαίτερη αίθουσα με την επιγραφή «Πινακοθήκη Αβέρωφ», σύμφωνα με την επιθυμία του δωρητή. Οι ομογενείς Θεόδωρος και Αικατερίνη Ροδοκανάκη και Γρηγόριος Μαρασλής υπήρξαν, επίσης, από τους μεγαλύτερους δωρητές, ενώ στα σημαντικότερα κληροδοτήματα περιλαμβάνονται εκείνα του λόγιου Δημητρίου Βικέλα, του ζωγράφου Θεόδωρου Ράλλη, του ομογενή επιχειρηματία, τραπεζίτη και εθνικού ευεργέτη, Μαρίνου Κοργιαλένιου και της Ρωξάνης Κοζάκη-Τυπάλδου.

Η πρώτη μεγάλη έκθεση έργων από τη συλλογή της Πινακοθήκης αναγγέλθηκε το 1912, τελικά όμως άνοιξε το 1915. Παρουσιάστηκαν τριακόσιοι περίπου πίνακες, που είχε συντηρήσει ο Γεώργιος Χατζόπουλος, σε έξι μεγάλες αίθουσες του Πολυτεχνείου.

Ο Γεώργιος Ιακωβίδης, σε συνεργασία με την Επιτροπή Επίβλεψης, κατέβαλε, επίσης, επίμονες προσπάθειες για την επίλυση του στεγαστικού, έχοντας εξασφαλίσει και τα απαραίτητα χρήματα για την ανέγερση του κτηρίου. Τα χρήματα συγκεντρώθηκαν χάρη στην πρόθυμη ανταπόκριση του Μαρίνου Κοργιαλένιου, ο οποίος, το 1911, προσέφερε 300.000 δραχμές, με την εκταμίευση ποσών από τη διαθήκη του ομογενή Μιχαήλ Ροδοκανάκη, που είχε αφήσει στην Πινακοθήκη 150.000 χρυσές δραχμές, οι οποίες κατατέθηκαν το 1915 στην Εθνική Τράπεζα, και από το κληροδότημα Αβέρωφ. Οι προσπάθειες, όμως, δεν είχαν αποτέλεσμα, λόγω εμπλοκής στο θέμα του οικοπέδου. Το 1909 δόθηκε έγκριση για την οικοδόμηση του κτηρίου στον περίβολο του Πολυτεχνείου. Τα σχέδια ήταν έτοιμα, μια διαμάχη, όμως για την αρχιτεκτονική μορφή του δεν επέτρεψε την υλοποίηση. Το 1911 συζητήθηκε η ανέγερση του κτηρίου σε ένα οικόπεδο κοντά στο Πεδίο του Άρεως, ο χώρος όμως θεωρήθηκε εκτός κέντρου και απορρίφθηκε. Το 1914 προτάθηκε ο χώρος που βρισκόταν το νεκροταφείο των Διαμαρτυρομένων, κοντά στο Παναθηναϊκό Στάδιο, πάλι όμως χωρίς αποτέλεσμα. Τελικά, με τον νόμο 477 της 10ης Δεκεμβρίου 1914, «Περί παραχωρήσεως γηπέδου εις την επί της επιβλέψεως της Εθνικής Πινακοθήκης επιτροπήν προς ανέγερσιν ειδικού κτιρίου», παραχωρήθηκε οικόπεδο στη γωνία των οδών Βασιλίσσης Σοφίας και Ριζάρη. Στην παραχώρηση του οικοπέδου συνέβαλε ο τότε υπουργός Οικονομικών και μετέπειτα μέλος και πρόεδρος της Επιτροπής Επίβλεψης της Πινακοθήκης, Αλέξανδρος Διομήδης, που υπέγραφε το νόμο μαζί με τον βασιλιά Κωνσταντίνο και τον υπουργό Δικαιοσύνης, Κ.Δ. Ρακτιβάν. Και πάλι όμως δεν υπήρξε αποτέλεσμα, λόγω των αντιρρήσεων των στρατιωτικών, στους οποίους ανήκε ο χώρος.

Παρ’ όλα αυτά, προκειμένου να προβληθεί ο παιδευτικός χαρακτήρας της Πινακοθήκης, ο Ιακωβίδης καθιέρωσε ελεύθερη είσοδο για το κοινό κάθε Σάββατο και Κυριακή σε αίθουσες του Πολυτεχνείου, που χρησίμευαν και για την έκθεση των έργων. Δημοσίευσε επίσης τους πρώτους καταλόγους του μουσείου το 1906 (που περιείχε και τον κανονισμό λειτουργίας) και το 1915, ενώ για τη συντήρηση των έργων φρόντισε να νομοθετηθούν δύο θέσεις επιμελητών, δηλαδή συντηρητών, τις οποίες κατέλαβαν οι ζωγράφοι Γεώργιος Χατζόπουλος και Οδυσσέας Φωκάς το 1910 και το 1914 αντίστοιχα.

Ο Γεώργιος Ιακωβίδης παρέμεινε έφορος της Πινακοθήκης έως το 1918. Το 1918 ψηφίστηκε νόμος, ο οποίος καταργούσε τη θέση του εφόρου και προέβλεπε θέση διευθυντή. Τη θέση αυτή κατέλαβε ο λογοτέχνης και φιλότεχνος Ζαχαρίας Παπαντωνίου.

Ζαχαρίας Παπαντωνίου (1877-1940)

Το 1918 η κυβέρνηση των Φιλελευθέρων ψήφισε τον νόμο 1434, «Περί οργανώσεως της Εθνικής Πινακοθήκης», ο οποίος προέβλεπε ριζική αναδιοργάνωση και αναβάθμιση του μουσείου, τόσο σε διοικητικό όσο και σε οικονομικό επίπεδο. Μεταξύ άλλων, ο νόμος καταργούσε τη θέση του εφόρου και προέβλεπε θέση διευθυντή, την οποία κατέλαβε ο λογοτέχνης και φιλότεχνος Ζαχαρίας Παπαντωνίου (1877-1940). Την επίβλεψη και διαχείριση της Πινακοθήκης  αναλάμβανε επταμελής, αντί της έως τότε εξαμελούς, επιτροπή, ενώ αυξανόταν και το προσωπικό, το οποίο θα αποτελείτο από: « … 2) του υποδιευθυντού ή, εν ελλείψει τούτου, γραμματέως. 3) Του πρώτου και δευτέρου επιμελητού. 4) Πέντε συντηρητών. 5) Ενός αρχιφύλακος και τριών φυλάκων. 6) Δύο υπηρετών ή υπηρετριών», των οποίων οριζόταν και ο μισθός.

Για πρώτη φορά προβλεπόταν ετήσια επιχορήγηση από τον προϋπολογισμό του υπουργείου για τον εμπλουτισμό των συλλογών, καθώς και συγκρότηση Καλλιτεχνικού Συμβουλίου, το οποίο θα πρότεινε στο υπουργείο κάθε αγορά ή αποδοχή δωρεάς έργων, αντί για τον έφορο και τα μέλη της Επιτροπής Επίβλεψης. Μέλη του πρώτου Καλλιτεχνικού Συμβουλίου ορίστηκαν οι Γεώργιος Ιακωβίδης, στον οποίο ο νόμος απένειμε τον τίτλο «του επιτίμου εφόρου ισοβίως», και μέλη ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, οι ζωγράφοι Γεώργιος Χατζόπουλος και Κωνσταντίνος Μαλέας και ο λογοτέχνης Κωνσταντίνος Χατζόπουλος.

Με τον ίδιο νόμο θεσμοθετήθηκε, επίσης για πρώτη φορά, συλλογής Γλυπτικής.

Ο Παπαντωνίου επιχείρησε να λύσει σημαντικά προβλήματα, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Επιχείρησε τη συνένωση της Πινακοθήκης με το κληροδότημα του νομικού και φιλότεχνου Αλέξανδρου Σούτσου (1839-1895), ο οποίος, με τη διαθήκη του, είχε κληροδοτήσει την περιουσία του στο ελληνικό δημόσιο με σκοπό την ίδρυση και συντήρηση Μουσείου Ζωγραφικής. Για την επίλυση του στεγαστικού, σε συνεργασία με την επιτροπή διαχείρισης του κληροδοτήματος Σούτσου, αγόρασε το 1926 το Ιλίου Μέλαθρον, ακύρωσε όμως την αγορά μόλις διαπίστωσε ότι το κτήριο δεν ήταν κατάλληλο για μουσείο. Το ποσό που είχε καταβληθεί επιστράφηκε το 1937.

Ζαχαρίας Παπαντωνίου

Με τον γλύπτη Γιαννούλη Χαλεπά στην Τήνο το 1924

Ο εμπλουτισμός των συλλογών έγινε κυρίως μέσω δωρεών. Με την ετήσια επιχορήγηση του υπουργείου, όμως, ή με ειδικές επιχορηγήσεις από το δημόσιο, πραγματοποιήθηκαν και αρκετές αγορές, κυρίως έργων Ελλήνων ζωγράφων, όπως των Νικολάου Δοξαρά, Νικολάου Καντούνη, Νικολάου Γύζη, Νικηφόρου και Νικολάου Λύτρα, Κωνσταντίνου Μαλέα, Δημήτρη Γαλάνη, Πάνου Αραβαντινού, Κωνσταντίνου Παρθένη, Νικολάου Χειμώνα, Περικλή Πανταζή και Βασιλείου Χατζή. Ήταν μια προσπάθεια να δημιουργηθεί μια αντιπροσωπευτική εικόνα από την Επτανησιακή και την τέχνη της κυρίως Ελλάδας του 19ου αιώνα έως τη σύγχρονη εποχή, αφού, έως τότε, τα έργα της Πινακοθήκης, προερχόμενα κυρίως από δωρεές, ήταν ξένων καλλιτεχνών.
Η πρώτη αγορά, με χρήματα από τον προϋπολογισμό του υπουργείου, πραγματοποιήθηκε το 1919, όταν η Επιτροπή Επίβλεψης, στη συνεδρίαση της 9ης Απριλίου, ενέκρινε την πρόταση του Καλλιτεχνικού Συμβουλίου να αγοραστεί “Η πλαγιά” του Κωνσταντίνου Παρθένη. Η σημαντικότερη αγορά, όμως, πραγματοποιήθηκε το 1931, όταν, σε δημοπρασία στο Μόναχο, αγοράστηκε η “Συναυλία των Αγγέλων“, το πάνω τμήμα της σύνθεσης “Ευαγγελισμός” του Δομίνικου Θεοτοκόπουλου, αντί του ποσού των 5.900.775 δραχμών.
Δωρεές πραγματοποιήθηκαν από τα υπουργεία Παιδείας, Εξωτερικών και Συγκοινωνίας, από την Τράπεζα της Ελλάδος και διάφορους φορείς, από ιδιώτες, με μεγαλύτερη εκείνη του Κ.Γ. Κωνσταντινίδη του Ποντίου, από καλλιτέχνες ή οικογένειες καλλιτεχνών, αλλά και από μέλη της Επιτροπής Επίβλεψης. Από τα σημαντικότερα κληροδοτήματα ήταν εκείνα των Απόστολου Χατζηαργύρη, Αλέξανδρου Ζαχαρίου, Στέφανου Σκουλούδη, Σπύρου Βελέντζα και Νικολάου Διαμαντόπουλου.

Στη διάρκεια της θητείας του Ζαχαρία Παπαντωνίου εγκαινιάστηκε, επίσης, η συλλογή Γλυπτικής. Το 1933, και αφού είχαν προηγηθεί άκαρπες προσπάθειες για αγορά, ο Αντώνιος Μπενάκης, ιδρυτής του ομώνυμου μουσείου, μέλος της Επιτροπής Επίβλεψης της Πινακοθήκης από το 1926 και πρόεδρος από το 1941 έως τον θάνατό του, το 1954, δώρισε στο μουσείο το πρώτο γλυπτό, τον “Γυναικείο κορμό” του Κωνσταντίνου Δημητριάδη. Έτσι, όταν το 1934 έγινε επανέκθεση της μόνιμης συλλογής Ζωγραφικής, παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά και τέσσερα γλυπτά που είχαν περιέλθει έως τότε στο μουσείο μέσω δωρεών.

Ο Παπαντωνίου άνοιξε επίσης το μουσείο στο κοινό σε καθημερινή βάση, ορίζοντας ώρες επίσκεψης με ελεύθερη είσοδο.

Το 1921, μετά την ήττα των φιλελευθέρων στις εκλογές του 1920, ο Παπαντωνίου απομακρύνθηκε από τη διεύθυνση, επανήλθε όμως το 1923, με το βασιλικό διάταγμα 142/1923. Παρέμεινε στη θέση αυτή έως τον θάνατό του, την 1η Φεβρουαρίου 1940.

Η δεκαετία του 1940

Την 1η Απριλίου 1940, δύο μήνες μετά τον θάνατο του Ζαχαρία Παπαντωνίου, τη διεύθυνση της Εθνικής Πινακοθήκης ανέλαβε ο ζωγράφος και συντηρητής Γεώργιος Στρατηγός (1876-1944), του οποίου η θητεία επίσης διακόπηκε από τον θάνατό του, τον Νοέμβριο του 1944. Από τις 26 Αυγούστου 1945 διευθυντής ανέλαβε προσωρινά ο αρχαιολόγος Δημήτριος Ευαγγελίδης (1886-1959), μέλος της της Επιτροπής Επίβλεψης του μουσείου, παραμένοντας στη θέση αυτή έως τις 28 Φεβρουαρίου 1947. Την 1η Μαρτίου 1947 τον διαδέχθηκε ο αρχαιολόγος και ιστορικός τέχνης Νικόλαος Μπέρτος (1885-1949), η θητεία του οποίου επίσης διακόπηκε από τον θάνατό του, στις 11 Ιανουαρίου 1949.

Δημήτριος Ευαγγελίδης, Νικόλαος Μπέρτος

Πηγές: Wikipedia, Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν «Ηλίου, τόμ. ΙΓ, σ. 965

Στις 23 Νοεμβρίου 1944 ψηφίστηκε ο νόμος 46, «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του Νόμου 2867/1922». Σε ένα μόνο άρθρο ο νόμος όριζε ότι «Διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης διορίζεται διά Διατάγματος επί βαθμώ και μισθώ τακτικού καθηγητού της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών, διαπρεπής καλλιτέχνης των Εικαστικών Τεχνών με ειδικάς σπουδάς εις το εξωτερικόν και έχων διακριθή εις επισήμους διεθνείς εκθέσεις, ή πτυχιούχος του ημετέρου ή αλλοδαπού ομοταγούς Πανεπιστημίου με ειδικάς σπουδάς αναφερομένας εις την αισθητικήν και τας Καλάς Τέχνας και έχων διά συγγραμμάτων αισθητικής και καλλιτεχνικής φύσεως αποδεδειγμένην τεχνοκριτικήν ικανότητα», ανοίγοντας έτσι το δρόμο σε αρχαιολόγους και ιστορικούς τέχνης.

Στη διάρκεια του πολέμου και της Κατοχής προτεραιότητα υπήρξε η ασφαλής φύλαξη των έργων. Επιτροπή, με διευθυντή τον Παντελή Πρεβελάκη, Διευθυντή Καλών Τεχνών του υπουργείου, και μέλη τους Κωνσταντίνο Πάγκαλο, Προϊστάμενο Γραφείου Οργανώσεως Καλλιτεχνικών Εκθέσεων, Γεώργιο Στρατηγό, διευθυντή και Οδυσσέα Φωκά, συντηρητή της Εθνικής Πινακοθήκης, ορίστηκε από το υπουργείο Παιδείας για να λάβει τα αναγκαία μέτρα, ώστε να εξασφαλισθούν τα έργα, υποβάλλοντας και σχετική έκθεση. Αφού χωρίστηκαν σε τρεις κατηγορίες, για τις οποίες συντάχθηκαν αναλυτικές λίστες, τα περισσότερα έργα μεταφέρθηκαν στο Αρχαιολογικό Μουσείο, τα πιο πολύτιμα στο θησαυροφυλάκιο της Τράπεζας της Ελλάδος, ενώ διάφορα αντικείμενα, καθώς και μερικά έργα, παρέμειναν στο Πολυτεχνείο.

Τον Ιανουάριο του 1941, η Πινακοθήκη αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το κεντρικό κτήριο του Πολυτεχνείου, όπου στεγαζόταν από την ίδρυσή της, λόγω επιτάξεως για την εγκατάσταση Στρατιωτικού Νοσοκομείου τραυματιών και για τη χρησιμοποίησή του, στη συνέχεια, από τον στρατό κατοχής. Αμέσως μετά, το Πολυτεχνείο κατέλαβε και πάλι τους χώρους του, με την αιτιολογία ότι είχε αυξηθεί ο αριθμός των σπουδαστών του και είχαν δημιουργηθεί νέες ανάγκες διδασκαλίας. Έτσι, η Πινακοθήκη έμεινε χωρίς στέγη. Η Επιτροπή Επίβλεψης, με έγγραφό της προς το υπουργείο στις 25 Αυγούστου 1941, χαρακτήριζε την απώλεια των χώρων «βαρύτατον πλήγμα», καθώς τα έργα ήταν κλεισμένα σε κιβώτια και κινδύνευαν να καταστραφούν λόγω έλλειψης αέρα και φωτός και παρακαλούσε να βρεθεί το συντομότερο δυνατόν άλλος χώρος. Το θέμα όμως δεν λύθηκε άμεσα και η Πινακοθήκη έκανε προσωρινή έδρα το Μουσείο Μπενάκη, ενώ τα έργα παρέμεναν συσκευασμένα. Τελικά, τον Ιούνιο του 1946, παραχωρήθηκαν δύο όροφοι του κτηρίου της Casa d’ Italia, στην οδό Πατησίων 47, όπου η Πινακοθήκη στεγάστηκε έως και τον Μάιο του 1948, οπότε μετακόμισε στο Αρχαιολογικό Μουσείο.
Η Casa d’ Italia, όμως, δεν ήταν κατάλληλος χώρος. Στις 5 Δεκεμβρίου 1946 η Επιτροπή Επίβλεψης απηύθυνε προς τον υπουργό Οικονομικών μια αυστηρή, όσο και αγωνιώδη επιστολή, περιγράφοντας με τα πιο μελανά χρώματα την κατάσταση: «… οι όροφοι ούτοι, ως και τα λοιπά διαμερίσματα του οικήματος, ευρίσκονται εις κατάστασιν αποκλείουσαν πάσαν σκέψιν και απλής διαφυλάξεως, πολύ μάλλον δε εκθέσεως των έργων της Πινακοθήκης. Η οροφή είναι ημικατεστραμμένη και έκθετος εις τους ανέμους και τα ύδατα, υαλοπίνακες ελλείπουν, οι τοίχοι καταρρέουν, ακαθαρσία απερίγραπτος επικρατεί». Δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην αξία των έργων, η Επιτροπή ζητούσε την άμεση έγκριση ενός κονδυλίου τριάντα εκατομμυρίων δρχ. για την εξασφάλιση και τον ευπρεπισμό των δύο ορόφων, «δι’ ου θέλει διασωθή και κληροδοτηθή εις τας μελλούσας γενεάς η Εθνική ημών Πινακοθήκη». Σε αντίθετη περίπτωση, «η Επιτροπή προς επίβλεψιν της Εθνικής Πινακοθήκης παρ’ όλον το θερμότατον ενδιαφέρον της υπέρ των θησαυρών τούτων […] δεν θα δυνηθή να συμμερισθή τας ευθύνας πράξεως αληθώς βαρβάρου και θέλει παραιτηθή των ανατεθέντων αυτή καθηκόντων, μεταβιβάζουσα εις το Κράτος την ιστορικήν ευθύνην της καταστροφής αριστουργημάτων των εικαστικών τεχνών».
Την ακαταλληλότητα του χώρου επεσήμαινε και ο Νικόλαος Μπέρτος στο Δελτίον απογραφής ακινήτου χρησιμοποιουμένου προς στέγασιν Δημοσίας υπηρεσίας, που απηύθυνε στις 12 Σεπτεμβρίου 1947 στη Διεύθυνση Καλών Τεχνών του υπουργείου Παιδείας, ζητώντας να στεγαστεί και πάλι η Πινακοθήκη στο Πολυτεχνείο. Ο Μπέρτος είχε, επίσης, επανειλημμένως ζητήσει τη χορήγηση πιστώσεων για την επισκευή των χώρων, το άνοιγμα των δεμάτων και των κιβωτίων και την επιδιόρθωση των κατεστραμμένων πινάκων, τονίζοντας ότι «Το ζήτημα της Εθνικής Πινακοθήκης δεν είναι απλούν ζήτημα εμφανίσεως των έργων και των συλλογών αυτής […] Το ζήτημα της Εθνικής Πινακοθήκης είναι: διάσωσις ή καταστροφή των ζωγραφικών πινάκων και των πλαισίων αυτών».

Η λύση δόθηκε το 1948, όταν το υπουργείο Παιδείας συνέστησε επιτροπή με σκοπό την παραλαβή των έργων από την Τράπεζα της Ελλάδος και το Αρχαιολογικό Μουσείο, το άνοιγμα των κιβωτίων και των δεμάτων και την παράδοσή τους στον διευθυντή της Πινακοθήκης. Τα έργα που είχαν παραμείνει στο Πολυτεχνείο χωρίς να έχουν συσκευαστεί, θα ταυτίζονταν σύμφωνα με τις λίστες που είχαν συνταχθεί στις αρχές του 1941 από τον Γεώργιο Στρατηγό.
Στο μεταξύ, για τη στέγαση της Πινακοθήκης είχε παραχωρηθεί η νοτιοδυτική πτέρυγα του παλαιού κτηρίου του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, όπου η μεταφορά των έργων έγινε άμεσα και είχε ολοκληρωθεί στις 5 Ιουνίου 1948. Τον Ιανουάριο του 1950, όμως, η Πινακοθήκη αναγκάστηκε, για μια ακόμη φορά, να εγκαταλείψει τη νέα της στέγη, λόγω οικοδομικών εργασιών που θα γίνονταν στην πτέρυγα του Μουσείου, και να επιστρέψει στην Casa d’ Italia, όπου στεγάστηκε έως το 1955.

Η υποτυπώδης λειτουργία του μουσείου τη δεκαετία του 1940 δεν επέτρεψε παρά ένα στοιχειώδη εμπλουτισμό της συλλογής ζωγραφικής. Παρόλα αυτά, το 1946 η Πινακοθήκη δέχτηκε μια πολύ γενναιόδωρη προσφορά. Ο Οδυσσέας Φωκάς, συντηρητής από το 1915, κληροδότησε με τη διαθήκη του την κινητή και ακίνητη περιουσία του, «διά να πλουτίζεται με τα εισοδήματα το διεθνές τμήμα της νεωτέρας τέχνης». Με την κληροδοσία αυτή ο Φωκάς αναδείχθηκε στον δεύτερο μεγάλο ευεργέτη μετά τον Αλέξανδρο Σούτσο. Επιπλέον, μετά την Απελευθέρωση, πραγματοποιήθηκε μια σημαντική δωρεά έργων Γάλλων καλλιτεχνών – τιμητική προσφορά προς τον ελληνικό λαό σε ένδειξη σεβασμού για την ηρωική του στάση στη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής – που ως ιδέα είχε ξεκινήσει από το 1942 με πρωτοβουλία του συγγραφέα και διανοούμενου Roger Milliex και της συντρόφου του, Τατιάνας Γκρίτση-Milliex. Η δωρεά περιλάμβανε είκοσι οκτώ πίνακες ζωγραφικής, έξι σχέδια, έξι χαρακτικά, τέσσερα γλυπτά και δύο βιβλία, που παραδόθηκαν στην Εθνική Πινακοθήκη τον Ιούλιο του 1949. Την ίδια χρονιά, με το κληροδότημα του Νικολάου Ι. Ηλιόπουλου, η συλλογή Γλυπτικής εμπλουτίστηκε με πέντε χαρακτηριστικά γλυπτά του 19ου αιώνα, προερχόμενα από την έπαυλη Θων, που είχε καταστραφεί τον Δεκέμβριο του 1944.

Μαρίνος Καλλιγάς (1906-1985)

Στις 6 Ιουνίου 1949 τη διεύθυνση της Πινακοθήκης ανέλαβε ο ιστορικός τέχνης και βυζαντινολόγος Μαρίνος Καλλιγάς (1906-1985), παραμένοντας στη θέση αυτή έως τις 2 Μαΐου 1971. Στη διάρκεια της θητείας του το μουσείο εισήλθε σε μια νέα φάση, κατά την οποία επιλύθηκαν ή τέθηκαν οι βάσεις για την επίλυση πολλών από τα προβλήματά του.

Επίλυση του προβλήματος μόνιμης στέγης

Η απόκτηση μόνιμης στέγης ήταν από τα πρώτα θέματα που απασχόλησαν τον Μαρίνο Καλλιγά. Από το 1950 η Πινακοθήκη στεγαζόταν στην Casa d’ Italia. Το 1955 όμως, είχε αναγκαστεί και πάλι να μετακομίσει, καθώς το κτήριο είχε αποδοθεί στους Ιταλούς, και να εγκατασταθεί σε δύο ορόφους της οδού Κολοκοτρώνη 11, όπου, έως τις αρχές του 1955, στεγαζόταν το υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας. Στις αρχές του 1959 υποχρεώθηκε σε μια ακόμη μετακόμιση, αυτή τη φορά στους στρατώνες του Πυροβολικού, στη γωνία των οδών Ριζάρη και Βασιλίσσης Σοφίας. Επρόκειτο για το οικόπεδο που είχε δοθεί με τον νόμο 477/1914 για την ανέγερση κτηρίου, αλλά η διαδικασία δεν είχε προχωρήσει. «Είναι δύσκολο να περιγράψει κανείς τις περιπέτειες των αλλεπάλληλων μεταφορών των έργων της Πινακοθήκης από αποθήκη σε αποθήκη, αλλά και των γραφείων, των αρχείων, του εργαστηρίου, και ιδίως της βιβλιοθήκης, όπου υπήρχε κίνδυνος να καταστραφούν στη συσκευασία τους μερικές πολύτιμες εκδόσεις που είχαμε αποκτήσει στο μεταξύ. […] Απρόβλεπτες, επείγουσες, υπερεπείγουσες διαταγές, χωρίς ανάλογη πίστωση, επίεζαν να γίνει το γρηγορώτερο η μεταφορά, χωρίς ποτέ εκείνοι που υπέγραφαν τις διαταγές να αναλογιστούν τον όγκο του υλικού, την ποιότητα των αντικειμένων, το βάρος των γλυπτών, το πλήθος των βιβλίων και των αρχείων, και προπάντων την ευθύνη για τα έργα», έγραφε χαρακτηριστικά στον απολογισμό της θητείας του το 1976 ο Μαρίνος Καλλιγάς.

Ήδη από το 1950 ο Καλλιγάς είχε επαναφέρει το θέμα της παραχώρησης του οικοπέδου στη γωνία των οδών Βασιλίσσης Σοφίας και Ριζάρη, το οποίο είχε δοθεί στην Πινακοθήκη από το 1914 με τον νόμο 477, αλλά η διαδικασία δεν είχε προχωρήσει. Στις 14 Ιουνίου 1956 δημοσιεύθηκε προκήρυξη αρχιτεκτονικού διαγωνισμού για την ανέγερση το κτηρίου στο οικόπεδο αυτό. Στις 20 Ιουνίου 1957 δημοσιεύθηκε το πόρισμα της Επιτροπής. Προκρίθηκε η μελέτη των αρχιτεκτόνων Παύλου Μυλωνά, Δημήτρη Φατούρου και Νίκου Μουτσόπουλου. Ενώ, όμως, είχαν αρχίσει οι εργασίες εκσκαφής για τη θεμελίωση του κτηρίου, στις 13 Φεβρουαρίου 1959, το υφυπουργείο Οικισμού εξέδωσε απόφαση να σταματήσουν προσωρινά οι εργασίες, γιατί η κυβέρνηση είχε προκηρύξει πολεοδομικό και αρχιτεκτονικό διαγωνισμό για τη διαμόρφωση του «Πνευματικού Κέντρου» της Αθήνας, στο γενικότερο σχέδιο του οποίου θα ενσωματωνόταν και η Πινακοθήκη. Η απόφαση αυτή προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις από τον διευθυντή και το Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο συνέταξε κείμενο διαμαρτυρίας, που δημοσιεύθηκε στα Νέα, στις 19 Μαΐου 1959. Για τη διακοπή της ανέγερσης της Πινακοθήκης διαμαρτυρήθηκαν επίσης με ψηφίσματα το Βυζαντινό Μουσείο, το Ωδείο Αθηνών, το Καλλιτεχνικό Επιμελητήριο, η Επιτροπή του νόμου 1469/1950, ο Σύλλογος καθηγητών της Σχολής Καλών Τεχνών και άλλα ιδρύματα, αλλά και πολλοί άνθρωποι του πνεύματος. Παρόλα αυτά, η ανέγερση του κτηρίου στο οικόπεδο αυτό ματαιώθηκε. Σε αντάλλαγμα, το 1960 παραχωρήθηκε στην Πινακοθήκη το οικόπεδο στο τρίγωνο των οδών Βασιλέως Κωνσταντίνου, Βασιλέως Αλεξάνδρου και Μιχαλακοπούλου, όπου, στις 26 Νοεμβρίου 1964, θεμελιώθηκε  το πρώτο από τα σημερινά κτήρια.

Η ανέγερση στο νέο οικόπεδο βασίστηκε στο αρχικό σχέδιο, το οποίο υπέστη τροποποιήσεις από τον Παύλο Μυλωνά και τον Δημήτρη Φατούρο, καθώς ο Νίκος Μουτσόπουλος είχε αναλάβει καθήκοντα ως καθηγητής στην Πολυτεχνική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Στην ομάδα αυτή συμμετείχε, στη συνέχεια, ο Δημήτρης Αντωνακάκης. Για να επιβεβαιωθεί και πρακτικά η ορθότητα του σχεδίου όσον αφορούσε στον φωτισμό, την ανάρτηση και την έκθεση των έργων τέχνης, κατασκευάστηκε μια μακέτα αίθουσας σε φυσικό μέγεθος από ξύλα, χάρντμπορντ και υφάσματα, στην οποία τοποθετήθηκαν πανό και κρεμάστηκαν πίνακες για να γίνουν δοκιμές και μελέτες.

Το πρώτο τμήμα του συγκροτήματος ολοκληρώθηκε το 1968. Το κτήριο ήταν διώροφο και αναπτυσσόταν προς τα κάτω. Στο ισόγειο ήταν η είσοδος του μουσείου και μια αίθουσα περιοδικών εκθέσεων και στο κάτω επίπεδο προσωρινές αποθήκες, αναψυκτήριο κ.ά. Ενδιάμεσα υπήρχε ημιώροφος, στον οποίο, έως την ολοκλήρωση και του δεύτερου τμήματος, στεγάστηκαν προσωρινά τα γραφεία του διευθυντή και του προσωπικού. Στις 14 Μαΐου 1970 εγκαινιάστηκε η πρώτη έκθεση με έργα από τις μόνιμες συλλογές. Εν τω μεταξύ, το 1968 η Πινακοθήκη είχε για μια ακόμη φορά αναγκαστεί να μετακομίσει, αυτή τη φορά σε ένα διαμέρισμα στη γωνία των οδών Ευφρονίου και Βασιλέως Αλεξάνδρου. Τα έργα τότε φυλάχθηκαν στο υπόγειο του κτηρίου.

 

Μαρίνος Καλλιγάς

Ο Μαρίνος Καλλιγάς στην τελετή θεμελίωσης του κτηρίου

Ενσωμάτωση του κληροδοτήματος του Αλέξανδρου Σούτσου στην Εθνική Πινακοθήκη

Ένα θέμα που παρέμενε σε εκκρεμότητα ήταν η ενσωμάτωση του κληροδοτήματος του Αλέξανδρου Σούτσου στην Πινακοθήκη, που είχε επιχειρηθεί και από τον Ζαχαρία Παπαντωνίου, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ο Μαρίνος Καλλιγάς, διαβλέποντας ότι η ενσωμάτωση θα έλυνε πολλά προβλήματα, ενώ ταυτόχρονα θα εκπλήρωνε και την επιθυμία του διαθέτη για δημιουργία Μουσείου Ζωγραφικής, ανακίνησε το θέμα και κατόρθωσε να ψηφιστεί το 1954 ο νόμος 2814, «Περί συστάσεως Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου υπό την επωνυμίαν “Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείον Αλ. Σούτσου”», με τον οποίο πραγματοποιήθηκε η ενσωμάτωση. Με την ψήφιση του νόμου, η επταμελής Επιτροπή Επίβλεψης αντικαταστάθηκε από επταμελές Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο θα απαρτιζόταν από τρία μόνιμα μέλη και τέσσερα «περί την τέχνην ασχολούμενα πρόσωπα». Τα τρία μόνιμα μέλη – ο Πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο Διοικητής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και ένα μέλος της οικογένειας Σούτσου – ήταν εκείνα που, όπως όριζε η διαθήκη του Σούτσου, είχαν τη διαχείριση του κληροδοτήματος. Πόροι του ιδρύματος παρέμεναν η προβλεπόμενη ετήσια πίστωση για έξοδα λειτουργίας που όριζε ο νόμος 1434/1918 και η ετήσια πίστωση για αγορά έργων τέχνης σύμφωνα με το νόμο 4605/1930, οι οποίες αναγράφονταν στον προϋπολογισμό του υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Επίσης, οι κληρονομιές, οι δωρεές, τα κληροδοτήματα και οι έκτακτες χορηγίες του κράτους, προσαυξημένες, μεταξύ άλλων, από τις προσόδους της κινητής και ακίνητης περιουσίας του Α. Σούτζου. Η πρόβλεψη αυτή συνέβαλε στην απόκτηση μόνιμης στέγης, αλλά και στον εμπλουτισμό των συλλογών και της βιβλιοθήκης.

Εμπλουτισμός των συλλογών και συγκρότηση αρχείων

Όσον αφορά στην απόκτηση έργων, ο εμπλουτισμός των συλλογών έγινε πιο συστηματικός μέσω αγορών και δωρεών, οι οποίες συχνά πραγματοποιούνταν με παρότρυνση του ίδιου του Μαρίνου Καλλιγά. Χαρακτηριστική είναι η δωρεά δέκα γλυπτών, ενός σχεδίου, και ενός κατάστιχου με σχέδια του Γιαννούλη Χαλεπά από την Τράπεζα της Ελλάδος, που πραγματοποιήθηκε χάρη σε δικές του ενέργειες, ενώ και ο ίδιος υπήρξε δωρητής. Σημαντικές δωρεές πραγματοποιήθηκαν, μεταξύ άλλων, από τους Αργύρη Χατζηαργύρη, Δημήτριο και Σαπφώ Μπαλάνου, Ματθαίο Ρενιέρη, από καλλιτέχνες και από το Υπουργείο Παιδείας, ενώ από τα μεγαλύτερα σε αριθμό έργων κληροδοτήματα ήταν των Αντωνίου Μπενάκη, Αλέξανδρου Οικονόμου, Μιλτιάδη Εμπειρίκου και Νικολάου Αντωνόπουλου.

Με τις δωρεές και τις αγορές η συλλογή Ζωγραφικής εμπλουτίστηκε σημαντικά με δημιουργίες τόσο παλαιότερων όσο και νεότερων καλλιτεχνών. Έτσι, στο μουσείο περιήλθαν, μεταξύ άλλων, έργα των Νικολάου Κουτούζη, Νικολάου Καντούνη, Αιμίλιου και Σπυρίδωνα Προσαλέντη, Νικολάου Γύζη, Νικηφόρου Λύτρα, Κωνσταντίνου Βολανάκη, Φραντσέσκο Πίτζε, Ιωάννη Αλταμούρα, Βικέντιου Λάντσα, Πολυχρόνη Λεμπέση, Κωνσταντίνου Παρθένη, Δημήτρη Γαλάνη, Γιώργου Μπουζιάνη, Κωνσταντίνου Μαλέα, Συμεών Σαββίδη, Θεόφραστου Τριανταφυλλίδη, Σπύρου Παπαλουκά, Σπύρου Βασιλείου, Νίκου Χατζηκυριάκου Γκίκα, Γιώργου Μανουσάκη, Γιάννη Τσαρούχη, Αλέκου Κοντόπουλου, Γιάννη Μόραλη, Γιάννη Σπυρόπουλου, Δημήτρη Μυταρά κ.ά., σε μια προσπάθεια να εκπροσωπούνται οι πιο αξιόλογοι από όλες τις περιόδους και τις τάσεις.

Η συλλογή Γλυπτικής εδραιώθηκε, διαμορφώνοντας μια πληρέστερη εικόνα, από τους Επτανήσιους και τους πρώτους Νεοκλασικιστές γλύπτες του 19ου αιώνα έως τη σύγχρονη εποχή. Ο Καλλιγάς, μάλιστα, καθιέρωσε μια συστηματική πολιτική αγορών και για τη συλλογή Γλυπτικής, η οποία έως τότε εμπλουτιζόταν μόνο με δωρεές. Τέλος, δεδομένου ότι η αγορά έργων ξένων καλλιτεχνών ήταν πολύ δύσκολη εξαιτίας των υψηλών τιμών, ο Καλλιγάς στράφηκε στην αγορά χαρακτικών, δημιουργώντας μια πολύ αξιόλογη συλλογή από αντίτυπα καλής ποιότητας, κυρίως πρώτα τραβήγματα, που περιλαμβάνουν χαρακτικά των Rembrandt, Pieter Brueghel του πρεσβύτερου, Dürer, Goya, καθώς και Γάλλων καλλιτεχνών.

Ο Μαρίνος Καλλιγάς φρόντισε, επίσης, για τον συστηματικό εμπλουτισμό της υπάρχουσας βιβλιοθήκης ιστορίας της τέχνης, πυρήνας της οποίας υπήρξε η βιβλιοθήκη του Αλέξανδρου Σούτσου, με εξειδικευμένες εκδόσεις τέχνης. Ακόμη, για τη δημιουργία ατομικού αρχείου καλλιτεχνών, που περιέχει πληροφορίες σχετικά με τη ζωή, τις σπουδές και το έργο τους, καθώς και ορισμένα σπάνια τεκμήρια, όπως χειρόγραφα και επιστολές.

Την ίδια περίοδο άρχισε να συγκροτείται ένα αξιόλογο φωτογραφικό αρχείο έργων από τις συλλογές του μουσείου, καθώς και από συλλογές άλλων ιδρυμάτων, από ιδιωτικές συλλογές και από υπαίθριους χώρους. Επίσης, φωτογραφικό αρχείο Ελλήνων και ξένων φωτογράφων του 19ου και του 20ού αιώνα, με μεγάλο εύρος θεμάτων (απεικονίσεις κτηρίων, μνημείων και εκκλησιών, ιστορικών και πολεμικών σκηνών, καλλιτεχνών και άλλων επώνυμων ή ανώνυμων προσώπων, σκηνές της καθημερινής ζωής, φωτογραφίες της Αθήνας και άλλων πόλεων), το οποίο προήλθε από αγορές, δωρεές, και κληροδοτήματα.
Τέλος, άρχισε να συγκροτείται αρχείο με αποκόμματα του Τύπου σχετικά με καλλιτεχνικά θέματα, καθώς και αρχείο με καταλόγους εκθέσεων, πυρήνας του οποίου υπήρξαν οι κατάλογοι που είχε κληροδοτήσει στο μουσείο ο Οδυσσέας Φωκάς.

Για πρώτη φορά τα έργα καταλογογραφήθηκαν σε δελτία και τα αρχεία οργανώθηκαν, με εθελοντική εργασία, καθώς υπήρχε έλλειψη προσωπικού.

Παρουσίαση των έργων στο κοινό

Έως την επίλυση του στεγαστικού, για την παρουσίαση των έργων στο κοινό δόθηκε μια προσωρινή λύση την περίοδο 1953-1959, με την οργάνωση εκθέσεων από τις συλλογές του μουσείου σε αίθουσες του Ζαππείου μεγάρου. Για τις εκθέσεις αυτές εκδόθηκαν μικροί αλλά εμπεριστατωμένοι κατάλογοι (195319541955/11955/219561957), οι πρώτοι μετά από εκείνους που είχε εκδώσει ο Γεώργιος Ιακωβίδης το 1906 και το 1915. Οργανώθηκαν επίσης περιοδικές εκθέσεις, ανάμεσα στις οποίες μέρος της συλλογής του Σταύρου Νιάρχου το 1958, καθώς και εκθέσεις από τις συλλογές της Πινακοθήκης εκτός Αθήνας (19551962/11962/2). Η πρώτη έκθεση έργων από τις συλλογές της Εθνικής Πινακοθήκης σε μόνιμη στέγη εγκαινιάστηκε το 1970. Η έκθεση, η οποία συνοδευόταν από σύντομο οδηγό, ήταν κυρίως αφιερωμένη στον Νικόλαο Γύζη, για τη συμπλήρωση εβδομήντα χρόνων από τον θάνατό του. Παρουσιάστηκαν επίσης έργα ζωγραφικής και χαρακτικής Ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών, ορισμένα γλυπτά, καθώς και αντικείμενα και έπιπλα, κυρίως από το κληροδότημα του Οδυσσέα Φωκά.

Στις 2 Μαΐου του 1971, και ενώ το δεύτερο τμήμα του κτηρίου ήταν υπό κατασκευή, ο Μαρίνος Καλλιγάς αποχώρησε από τη διεύθυνση της Εθνικής Πινακοθήκης, έχοντας καταληφθεί από το όριο ηλικίας.

 

Ανδρέας Ιωάννου (1918-1972)

Στις 3 Ιουνίου 1971 ο νομικός και τέως νομάρχης Ανδρέας Ιωάννου (1918-1972), μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Πινακοθήκης, ανέλαβε καθήκοντα Διευθύνοντος Συμβούλου. Τον Σεπτέμβριο του 1971 κατέλαβε τη θέση του διευθυντή, η θητεία του, όμως, διακόπηκε από τον θάνατό του, τον Αύγουστο του 1972.

Στη διάρκεια της σύντομης θητείας του Ανδρέα Ιωάννου ο Αλέξανδρος Ιόλας πραγματοποίησε μια σημαντική δωρεά επτά έργων σύγχρονων, ξένων κυρίως, καλλιτεχνών.

 

 

Ανδρέας Ιωάννου

Πηγή: https://sotirislambrou.blogspot.com/search/label/

Δημήτρης Παπαστάμος (1923-2008)

Τον Δεκέμβριο του 1972 τη διεύθυνση της Πινακοθήκης ανέλαβε ο αρχαιολόγος και ιστορικός τέχνης Δημήτρης Παπαστάμος (1923-2008), παραμένοντας στη θέση αυτή έως τον Οκτώβριο του 1989.

Η περίοδος που διηύθυνε την Πινακοθήκη ο Δημήτρης Παπαστάμος χαρακτηρίζεται από την εδραίωση του μουσείου, η οποία επιτεύχθηκε με την οριστική επίλυση του στεγαστικού, τη ριζική διοικητική αναδιοργάνωση και την ανάπτυξη εκτεταμένης και συστηματικής εκθεσιακής δραστηριότητας.

Ολοκλήρωση του κτηρίου και επέκταση των δραστηριοτήτων

Το 1974 ο πρωθυπουργός, Κωνσταντίνος Καραμανλής, και ο υπουργός Πολιτισμού, Κωνσταντίνος Τσάτσος ανέθεσαν στον Δημήτρη Παπαστάμο την αποπεράτωση του κτηρίου και την εκπόνηση και εφαρμογή μουσειολογικού και εκθεσιακού προγράμματος για τη λειτουργία του ιδρύματος και την παρουσίαση της μόνιμης συλλογής. Το 1976 ολοκληρώθηκε και το δεύτερο τμήμα του συγκροτήματος, το αρχικό σχέδιο όμως είχε υποστεί αρκετές τροποποιήσεις, μεταξύ των οποίων μείωση των προβλεπόμενων ορόφων. Δύο όροφοι προορίζονταν για τις μόνιμες εκθέσεις, ένας για τη διοίκηση, τη βιβλιοθήκη και τα εργαστήρια συντήρησης, ενώ στο υπόγειο προβλέπονταν οι αποθήκες των έργων. Τα δύο τμήματα του κτηρίου επικοινωνούσαν με μια κλειστή γέφυρα-διάδρομο.

Τα επίσημα εγκαίνια της Εθνικής Πινακοθήκης έγιναν πανηγυρικά στις 17 Μαΐου 1976 από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνο Τσάτσο και τον Πρωθυπουργό, Κωνσταντίνο Καραμανλή. Για πρώτη φορά δόθηκε η ευκαιρία για μια πιο αντιπροσωπευτική έκθεση των συλλογών του μουσείου, στην οποία, σύμφωνα με τον τύπο της εποχής, παρουσιάστηκαν 400 έργα ελληνικής ζωγραφικής, 200 δυτικοευρωπαϊκής, 100 χαρακτικά Ελλήνων, 140 ξένων (σύμφωνα με την απόδοση της εποχής), 70 περίπου γλυπτά Ελλήνων, καθώς και γλυπτά του Antoine Bourdelle και του René Magritte. Η έκθεση συνοδευόταν από κατάλογο με κείμενο του διευθυντή για την ιστορία της Πινακοθήκης, κατάλογο των έργων ελληνικής ζωγραφικής, βιογραφικά των καλλιτεχνών και μια επιλογή εικόνων. Για πρώτη φορά, επιπλέον, εκδόθηκε φυλλάδιο για τα έργα γλυπτικής.

Διοικητική αναδιοργάνωση

Το 1980 ψηφίστηκε ο νόμος 1079, «Περί Οργανισμού και λειτουργίας της Εθνικής Πινακοθήκης και Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτσου». Ο νόμος αυτός κατάργησε τις περισσότερες διατάξεις του νόμου 2814/1954 και θεσμοθέτησε νέες δραστηριότητες, δίνοντας τη δυνατότητα διεύρυνσης του περιεχομένου των συλλογών και αναδιοργάνωσης και ανάπτυξης των τμημάτων του μουσείου σύμφωνα με τις σύγχρονες απαιτήσεις. Έτσι, οι υπηρεσίες της Πινακοθήκης συγκροτήθηκαν σε Γενική Διεύθυνση με τρεις Διευθύνσεις: α) Συλλογών, Καλλιτεχνικού και Μουσειολογικού Προγραμματισμού, β) Διοικητικού-Οικονομικού και γ) Καλλιτεχνικής Συντήρησης και Αποκατάστασης έργων τέχνης. Η αύξηση του προσωπικού ήταν θεαματική και κάλυπτε όλες τις απαραίτητες ειδικότητες. H επιμέλεια των συλλογών ανατέθηκε, για πρώτη φορά, σε ιστορικούς τέχνης, οι οποίοι προέβησαν και σε συστηματικότερη οργάνωσή τους, ενώ το τμήμα συντήρησης εμψυχώθηκε με νέο, εξειδικευμένο προσωπικό.

Εμπλουτισμός των συλλογών

Κατά τη διάρκεια της θητείας του Δημήτρη Παπαστάμου οι συλλογές εμπλουτίστηκαν σημαντικά, με δημιουργίες κυρίως Ελλήνων καλλιτεχνών, με στόχο, εκτός από τα έργα παλαιότερων, να περιλαμβάνονται και έργα σύγχρονης Ελληνικής τέχνης, όπως διαμορφωνόταν σε ένα ευρύ πεδίο. Ο εμπλουτισμός έγινε κυρίως μέσω δωρεών, από καλλιτέχνες, οικογένειες καλλιτεχνών, ιδιώτες, καθώς και από το υπουργείο Πολιτισμού και Επιστημών, συχνά με παρότρυνση του ίδιου του διευθυντή. Ανάμεσά τους, σημαντικές δωρεές έργων των Τάσσου, Νικολάου Βεντούρα, Αλέξανδρου Κορογιαννάκη, Γιάννη Κεφαλληνού, Γεωργίου Μόσχου, Παύλου Μοσχίδη, Κωνσταντίνου Παρθένη, Ουμβέρτου Αργυρού, Γιώργου Γουναρόπουλου, Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα και Γιάννη Μόραλη. Ακόμη, με τη συνδρομή του Σταύρου Νιάρχου και του Βασίλη Γουλανδρή αγοράστηκε ο “Έφιππος Έλληνας αγωνιστής” του Eugène Delacroix, με τη συνδρομή του Βασίλη και του Νίκου Γουλανδρή η μεγάλη τοιχογραφία του Φώτη Κόντογλου που κοσμούσε το σπίτι του, ενώ με χρήματα από το κληροδότημα του Οδυσσέα Φωκά και με την οικονομική συμβολή του Βασίλη Γουλανδρή αγοράστηκε ο “Άσωτος υιός” του Auguste Rodin.

Οργάνωση εκθέσεων

Η επίλυση του στεγαστικού έδωσε τη δυνατότητα για μόνιμη έκθεση των συλλογών, στην οποία από το 1977 περιλήφθηκαν και έργα από τη συλλογή Ευριπίδη Κουτλίδη. Επιπλέον, καθιερώθηκε μια εκτεταμένη και συστηματική εκθεσιακή δραστηριότητα, με έμφαση στην προβολή του έργου κυρίως των Ελλήνων καλλιτεχνών. Μεταξύ άλλων, παρουσιάστηκαν εκθέσεις των Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα (1973, 1986), Άγγελου Γιαλλινά, Γιώργου Γουναρόπουλου, Γιώργου Σικελιώτη, Σπύρου Βασιλείου, Τάσσου, Σπύρου Παπαλουκά, Αλέκου Κοντόπουλου, Αγήνορα Αστεριάδη, Γιώργου Μπουζιάνη, Δημήτρη Γιολδάση, Διαμαντή Διαμαντόπουλου, Θόδωρου Στάμου, Ορέστη Κανέλλη, Φώτη Κόντογλου, Δημήτρη Πικιώνη, Βάσως Κατράκη, Πάνου Αραβαντινού, Κωνσταντίνου Μαλέα, Θάνου Τσίγκου, Πολύκλειτου Ρέγκου, Γιώργου Παραλή, Αλέξανδρου Αλεξανδράκη, Αγλαΐας Παπά, Γιώργου Μόσχου, Γεράσιμου Στέρη, Πάνου Βαλσαμάκη, Τηλέμαχου Κάνθου, Παναγιώτη Τέτση, Νίκου Εγγονόπουλου, Άγγελου Θεοδωρόπουλου, Κώστα Πλακωτάρη, Θεόφιλου, Στέλιου Μηλιάδη, Περικλή Βυζάντιου, Κώστα Κουτσουρή, επί χρόνια συντηρητή της Εθνικής Πινακοθήκης, Μιχάλη Αξελού, Γιάννη Γαΐτη, Άννας Κινδύνη, Κώστα Ηλιάδη, Γιώργου Μαυροΐδη, Λευτέρη Κανακάκη, Αλέξανδρου Κορογιαννάκη, Γιάννη Μόραλη, Ράλλη Κοψίδη, Χρήστου Δαγκλή, Γιώργου Βακιρτζή, Αγαμέμνονα Μακρή, Λάζαρου Λαμέρα, Χρύσας, Μπέλλας Ραφτοπούλου, Μιχάλη Λεκάκη, Χρήστου Καπράλου, Δημήτρη Φερεντίνου, Θανάση Απάρτη, Θόδωρου, Αγλαΐας Λυμπεράκη, Άλεξ Μυλωνά, Ανδρέα Παπαχρήστου.
Πραγματοποιήθηκαν επίσης εκθέσεις ξένων καλλιτεχνών, όπως των Georg Grosz, Edward Lear, Oskar Kokoschka, Francisco Goya, J.M.W. Turner, Henry Moore, Käthe Kollwitz, Edvard Munch, Max Ernst, Giorgio de Chirico και η έκθεση Ο Πικάσο και η Μεσόγειος, πολλές από τις οποίες έγιναν στο πλαίσιο διακρατικών ανταλλαγών. Ακόμη, ιδιαίτερα αξιόλογες ομαδικές διοργανώσεις, όπως οι εκθέσεις Θησαυροί από το Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης. Μνήμες και αναβιώσεις του κλασικού πνεύματος (1979), Έργα Ιμπρεσιονιστών και Μεταϊμπρεσιονιστών ζωγράφων από τα μουσεία της Γαλλίας (1980), Αριστουργήματα Ουκίγιο-ε. Ιαπωνική χαρακτική 17ου-19ου αιώνα (1981), Μπάουχαους (1982), Ευγένιος Ντελακρουά. Η Ελλάδα πάνω στα ερείπια του Μεσολογγίου, Αύγουστος Ροντέν. Οι Αστοί του Καλαί και Μνήμες-Αναπλάσεις-Αναζητήσεις, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων «Αθήνα Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης 1985», Γερμανοί Εξπρεσιονιστές. Συλλογή Μπούχαιμ (1985) και ο Πήλινος Στρατός του αυτοκράτορα Κιν Σιχουάνγκ (1988).
Οργανώθηκαν, επίσης, εκθέσεις στο εξωτερικό, αλλά και στην ελληνική επαρχία, με σκοπό την εικαστική διαπαιδαγώγηση του κοινού και ιδιαίτερα των μαθητών. Παράλληλα οργανώνονταν ποικίλες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, διαλέξεις, συνέδρια, παραστάσεις παιδικού θεάτρου και κουκλοθεάτρου, ενώ άρχισε να λειτουργεί παιδικό εργαστήριο.

Ίδρυση της Κουμανταρείου Πινακοθήκης και της πρώτης Γλυπτοθήκης

Το 1983 ιδρύθηκε στη Σπάρτη η Κουμαντάρειος Πινακοθήκη, το πρώτο παράρτημα της Πινακοθήκης εκτός Αθήνας. Η Κουμαντάρειος Πινακοθήκη στεγάστηκε στο νεοκλασικό κτήριο που ευγενικά παραχώρησαν, μαζί με τη συλλογή τους, ο Γεώργιος Κουμάνταρος και η αδελφή του, Αικατερίνη (Ντόλλυ) Γουλανδρή προς τιμήν του πατέρα τους, Ιωάννη Κουμάνταρου.

Το 1986, με την οικονομική συμβολή της ζωγράφου και χαράκτριας Κούλας Μπεκιάρη-Βεκρή, ιδρύθηκε η πρώτη Γλυπτοθήκη, σε δύο αυτόνομους χώρους του μουσείου, σύμφωνα με την προκήρυξη του 1956 για την ανέγερση του κτηρίου και σύμφωνα με τη βραβευμένη μακέτα. Οι χώροι έφεραν την επιγραφή «Αίθουσα Βασιλείου και Άννας Μπεκιάρη» προς τιμήν των γονέων της δωρήτριας. Την ευθύνη της παρουσίασης είχε η επιμελήτρια της Εθνικής Πινακοθήκης, Όλγα Μεντζαφού. Η πρώτη Γλυπτοθήκη λειτούργησε έως τις αρχές της δεκαετίας του 1990 και η έκθεση παρουσίαζε την αρχή και την εξέλιξη της Νεοελληνικής Γλυπτικής έως το 1940.

Τον Οκτώβριο του 1989 ο Δημήτρης Παπαστάμος αποχώρησε από τη Διεύθυνση της Εθνικής Πινακοθήκης, έχοντας καταληφθεί από το όριο ηλικίας.

 

Μαίρη Μιχαηλίδου

Τον Απρίλιο του 1990 τη θέση του διευθυντή κατέλαβε η Μαίρη Μιχαηλίδου, προϊσταμένη της Διεύθυνσης Λαϊκού Πολιτισμού του υπουργείου Πολιτισμού, η οποία, από τον Νοέμβριο του 1989, ασκούσε χρέη Διευθύνουσας Συμβούλου.

Η Μαίρη Μιχαηλίδου οργάνωσε μερική επανέκθεση των μονίμων συλλογών με έργα του 19ου αιώνα, ενώ παρουσιάστηκαν αναδρομικές εκθέσεις του έργου Ελλήνων και ορισμένων ξένων καλλιτεχνών.

Τον Ιούνιο του 1991 η Μαίρη Μιχαηλίδου ανακλήθηκε στην Κεντρική Υπηρεσία του υπουργείου Πολιτισμού.

Νέλλη Μισιρλή (1939-2011)

Μετά την αποχώρηση της Μαίρης Μιχαηλίδου, χρέη διευθύντριας άσκησε η Νέλλη (Ελπινίκη) Μισιρλή, προϊσταμένη της Διεύθυνσης Συλλογών, Καλλιτεχνικού και Μουσειολογικού Προγραμματισμού της Εθνικής Πινακοθήκης και επιμελήτρια από το 1961.
Στη διάρκεια της θητείας της πραγματοποιήθηκαν αξιόλογες εκθέσεις έργων από τις συλλογές του μουσείου, καθώς και εκθέσεις Ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών. Επιπλέον, η Νέλλη Μισιρλή συμμετείχε, μαζί με την καθηγήτρια Ιστορίας της Τέχνης Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα και τον ζωγράφο Παναγιώτη Τέτση, στην επιτροπή επιλογής έργων ευρωπαϊκής τέχνης από το Metropolitan Museum της Νέας Υόρκης και τη National Gallery της Ουάσιγκτον, για την οργάνωση της έκθεσης  Από τον Θεοτοκόπουλο στον Σεζάν, που εγκαινιάστηκε τον Δεκέμβριο του 1992.

Η Νέλλη Μισιρλή παρέμεινε στη Διεύθυνση έως τον Ιανουάριο του 1992, καθώς, το καλοκαίρι του 1991, η θέση προκηρύχθηκε.

Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα (1936-2022)

Στις 17 Ιανουαρίου 1992 τη διεύθυνση της Εθνικής Πινακοθήκης ανέλαβε η ιστορικός τέχνης και καθηγήτρια στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα. Παρέμεινε στη θέση αυτή έως τον θάνατό της, στις 13 Ιουνίου 2022.

Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα

Έμφαση στην εκθεσιακή δραστηριότητα του μουσείου

Όταν ανέλαβε τη διεύθυνση η Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα η λειτουργία του μουσείου είχε ομαλοποιηθεί. Στόχος ήταν η περαιτέρω βελτίωση, ο εκσυγχρονισμός με βάση τα νέα δεδομένα και η επέκταση των ποικίλων δραστηριοτήτων. Στο πλαίσιο αυτό, και καθιερώνοντας ευρέως τον θεσμό της χορηγίας, η Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα έδωσε από την αρχή ιδιαίτερη έμφαση στην ανάπτυξη μιας εκτεταμένης εκθεσιακής δραστηριότητας και ιδιαίτερα στη συνεργασία με μεγάλα μουσεία του εξωτερικού, ώστε το κοινό να έχει τη δυνατότητα να δει σημαντικά έργα τέχνης στην Ελλάδα.
Η έκθεση Από τον Θεοτοκόπουλο στον Σεζάν. Αριστουργήματα της Ευρωπαϊκής Ζωγραφικής από την Εθνική Πινακοθήκη της Ουάσιγκτον και το Μητροπολιτικό Μουσείο της Ν. Υόρκης (1992) ήταν η πρώτη μιας σειράς ανάλογων διοργανώσεων. Εικόνες της Κρητικής τέχνης. Από τον Χάνδακα ως την Μόσχα και την Αγία Πετρούπολη (1993), Οι πύλες του μυστηρίου. Θησαυροί της ορθοδοξίας από την Αγία Ρωσία και την Ελλάδα (1994), Ο Γκρέκο στην Ιταλία και η ιταλική τέχνηΡωσική Πρωτοπορία 1910-1930. Η συλλογή Κωστάκη (1995), Η Ελληνική Επανάσταση: Ο Ντελακρουά και οι  Γάλλοι Ζωγράφοι 1815-1848, (1998), Ελ Γκρέκο. Ταυτότητα και μεταμόρφωση (1999), Αθήνα-Μόναχο. Τέχνη και πολιτισμός στη νέα ΕλλάδαΈλληνες θεοί και ήρωες στον καιρό του Ρούμπενς και του Ρέμπραντ (2000), Ο χρυσός αιώνας της Ολλανδικής ζωγραφικής από τη συλλογή του Μουσείου της DordrechtΟ αιώνας του Πικάσο. Από τις συλλογές του Εθνικού Μουσείου Κέντρου Τέχνης Reina Sofia (2002), Το Φως του Απόλλωνα. Ιταλική Αναγέννηση και Ελλάδα (2003), Έξι κορυφαίοι γλύπτες συνομιλούν με τον άνθρωπο. Ροντέν Μπουρντέλ, Μαγιόλ, Μπρανκούζι, Τζακομέτι, ΜουρΑυτοκρατορικοί θησαυροί από την Κίνα (2004),  Παρίσι-Αθήνα 1863-1940 (2006), Παρίσι 1900, Αρ Νουβώ και Μοντερνισμός. Θησαυροί από το Petit Palais, Μουσείο Καλών Τεχνών της Πόλης του Παρισιού (2010) είναι ορισμένες μόνο από τις εκθέσεις οι οποίες, με τη συνδρομή και των ΜΜΕ, συνέβαλαν στη μεγαλύτερη προβολή του μουσείου.

Πραγματοποιήθηκαν επίσης παρουσιάσεις του έργου Ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών, όπως ο Δημήτρης Καλαμάρας, ο Κώστας Γραμματόπουλος, ο Γιάννης Σπυρόπουλος και ο Δημήτρης Μυταράς (1995), ο Περικλής Πανταζής (1996), ο Ιωάννης Αβραμίδης, ο Θεόδωρος Στάμος, ο Βλάντιμιρ Βελίτσκοβιτς και ο Άντονι Κάρο (1997), ο Δανιήλ, ο Αλέξης Ακριθάκης και ο Φράνκο Τζεφιρέλι (1998), ο Νικόλαος Γύζης και ο Σαντιάγο Καλατράβα (2001), ο Χρήστος Καπράλος, ο Χένρι Μουρ και ο Αλέκος Φασιανός (2004), ο Γεώργιος Ιακωβίδης, ο Λουκάς Σαμαράς και ο Χούλιο Γκονζάλες (2005), o Συμεών Σαββίδης, ο Φερνάντο Μποτέρο και ο Μαρίνο Μαρίνι (2006), ο Νίκος Λύτρας (2008), ο Αχιλλέας Δρούγκας (2009), ο Γιάννης Μετζικώφ (2010) και ο Γιάννης Μόραλης (2011). Το 2007, οργανώθηκε στην Εθνική Γλυπτοθήκη η μεγαλύτερη αναδρομική παρουσίαση του έργου του Γιαννούλη Χαλεπά.

Έμφαση δόθηκε και στην προβολή της Νεοελληνικής τέχνης, με εκθέσεις όπως Το παιδί στη Νεοελληνική τέχνη 19ος-20ός αιώνας (1993), Η γυναίκα στη Νεοελληνική τέχνη (1996), Ελληνική Τοπιογραφία 19ος-20ός αιώναςΘησαυροί της Νεοελληνικής τέχνης. Η συλλογή Γιάννη Περδίου (1998), Στα άδυτα της Εθνικής Πινακοθήκης. Άγνωστοι θησαυροί από τις συλλογές της (2011), Από τις συλλογές του Ιδρύματος Α.Γ. Λεβέντη (2012).

Για την προβολή της ελληνικής τέχνης και την εικαστική διαπαιδαγώγηση του κοινού και εκτός Αθήνας οργανώθηκαν εκθέσεις σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας και στο εξωτερικό.

Στο πλαίσιο του εκσυγχρονισμού του μουσείου πραγματοποιήθηκε κτιριολογική και μουσειολογική αναδιαμόρφωση των χώρων. Το 2000, με αφορμή την επέτειο για τα 100 χρόνια από την ίδρυση της Πινακοθήκης και με χορηγία του Ιδρύματος «Σταύρος Νιάρχος», εγκαινιάστηκε στο ανακαινισμένο κτήριο η νέα παρουσίαση της μόνιμης συλλογής Ζωγραφικής. Στην έκθεση εντάχθηκαν και 57 γλυπτά, καθώς η λειτουργία της πρώτης Γλυπτοθήκης είχε διακοπεί από τις αρχές της δεκαετίας του 1990.

Ίδρυση της Εθνικής Γλυπτοθήκης

Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η συμβολή της Μαρίνας Λαμπράκη Πλάκα στην προβολή της συλλογής Γλυπτικής του μουσείου, καθώς, από την αρχή της θητείας της, έθεσε ως στόχο την ίδρυση της Εθνικής Γλυπτοθήκης για την ανεξάρτητη παρουσίαση των γλυπτών. Το 2003 εκμισθώθηκαν από το υπουργείο Εθνικής Άμυνας υπαίθριος χώρος έξι στρεμμάτων και δύο διατηρητέα κτήρια των παλαιών βασιλικών στάβλων στο άλσος Στρατού, Γουδή, για να στεγάσουν τη μόνιμη συλλογή Γλυπτικής και περιοδικές εκθέσεις Ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών. Το ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος» κάλυψε τη δαπάνη εκπόνησης των μελετών για τον εκσυγχρονισμό των κτηρίων, για την παρουσίαση της μόνιμης έκθεσης Γλυπτικής και για την έκδοση του καταλόγου. Η ανακαίνιση πραγματοποιήθηκε με την ένταξη του έργου στα Περιφερειακά Επιχειρησιακά Προγράμματα του Γ΄ Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης και εκτελέστηκε υπό την επίβλεψη της Διεύθυνσης Πολιτιστικών Κτιρίων και Αναστήλωσης Νεωτέρων Μνημείων του υπουργείου Πολιτισμού.
Η Εθνική Γλυπτοθήκη εγκαινιάστηκε στις 26 Ιουλίου 2004, στο πλαίσιο της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας, με αναδρομική έκθεση του Χένρι Μουρ και με μνημειακά γλυπτά σε ξύλο του Χρήστου Καπράλου.
Η μόνιμη έκθεση της Νεοελληνικής γλυπτικής, στην οποία παρουσιάζεται μια ολοκληρωμένη εικόνα της συλλογής, σε αυτόνομο χώρο, εγκαινιάστηκε στις 27 Ιουνίου 2006. Στο πλαίσιο της έκθεσης, για πρώτη φορά εκδόθηκε εμπεριστατωμένος κατάλογος της Συλλογής Γλυπτικής, ο οποίος κυκλοφορεί και σε αγγλική έκδοση.

Ίδρυση νέων παραρτημάτων

Συνεχίζοντας και διευρύνοντας την πολιτική του Δημήτρη Παπαστάμου, η Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα φρόντισε επίσης για τη δημιουργία δύο ακόμη παραρτημάτων της Εθνικής Πινακοθήκης: στην Κέρκυρα το 1994 και στο Ναύπλιο το 2004.

Το παράρτημα της Κέρκυρας στεγάζεται στα κτήρια Καστελλίνο και Καστελλέτο, στην Κάτω Κορακιάνα, τα οποία παραχωρήθηκαν με τη φροντίδα του πρώην πρωθυπουργού, Γεωργίου Ράλλη. Στο παράρτημα οργανώνονται περιοδικές εκθέσεις και εκδηλώσεις, ενώ, το 2007, εγκαινιάστηκε μόνιμη έκθεση με έργα από τον 19ο έως τον 21ο αιώνα.

Το παράρτημα του Ναυπλίου στεγάζεται σε νεοκλασικό κτήριο που παραχώρησε ο Δήμος Ναυπλιέων με πρωτοβουλία του τότε προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της Πινακοθήκης, Απόστολου Μπότσου. Το κτήριο αποκαταστάθηκε και εξοπλίστηκε με δαπάνη του Ιδρύματος Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης. Εγκαινιάστηκε τον Μάιο του 2004, με την έκθεση 1821 Μορφές και Θέματα του Αγώνα της Ελληνικής Ανεξαρτησίας. Από τις συλλογές της Εθνικής Πινακοθήκης και του Ιδρύματος Ευριπίδη Κουτλίδη, που αποτέλεσε τη μόνιμη έκθεση του παραρτήματος έως το 2021.

Ένα ακόμη παράρτημα προστέθηκε το 2006, με τη συγχώνευση του Ιδρύματος Χρήστου και Σούλης Καπράλου στην Αίγινα. Το 2021, περιήλθε στην Πινακοθήκη και το Ινστιτούτο Σύγχρονης Ελληνικής Τέχνης (ΙΣΕΤ), το οποίο καταγράφει την πορεία της Ελληνικής τέχνης από το 1945 έως σήμερα. Το ΙΣΕΤ δωρήθηκε με απόφαση των ιδρυτών του, Τζούλιας Δημακοπούλου, Ιωάννας Μεντζενιώτου, Μαρίας Βασιλείου και Λεωνίδα Δημακόπουλου.

Στα παραρτήματα οργανώνονται περιοδικές εκθέσεις, συναυλίες και διαλέξεις, πραγματοποιούνται εκπαιδευτικά προγράμματα και λειτουργούν εικαστικά εργαστήρια για μαθητές όλων των τάξεων.

Το 2018 ανακαινίστηκε πλήρως ο πρώτος όροφος της Κουμανταρείου Πινακοθήκης στη Σπάρτη, του πρώτου παραρτήματος της Πινακοθήκης εκτός Αθήνας, που είχε ιδρυθεί στη διάρκεια της θητείας του Δημήτρη Παπαστάμου, και παρουσιάστηκε νέα μόνιμη έκθεση.

Στις 25 Φεβρουαρίου 1997, σε κοινή σύσκεψη των Διοικητικών Συμβουλίων της Εθνικής Πινακοθήκης και του Ιδρύματος Ευριπίδη Κουτλίδη, αποφασίστηκε η οριστική συστέγαση και έκθεση των έργων της συλλογής του Ιδρύματος με εκείνα της Πινακοθήκης.

Εκσυγχρονισμός των τμημάτων της Εθνικής Πινακοθήκης

Μέσω των ευρωπαϊκών προγραμμάτων «Κοινωνία της Πληροφορίας» και «Ψηφιακή Σύγκλιση», έγινε ηλεκτρονική καταγραφή των έργων τέχνης και των βιβλίων. Εξειδικευμένο προσωπικό προστέθηκε στα τμήματα Συλλογών, Καλλιτεχνικού και Μουσειολογικού Προγραμματισμού, Συντήρησης και Αποκατάστασης Έργων Τέχνης, Διοικητικού / Οικονομικού και στη Βιβλιοθήκη. Το εργαστήριο συντήρησης εξοπλίστηκε με σύγχρονα ηλεκτρονικά συστήματα, ενώ καθιερώθηκαν επίσημες συνεργασίες με ερευνητικά κέντρα της Ελλάδας και του εξωτερικού. Στο πλαίσιο της αναδιοργάνωσης αυτής, το 1998 δημιουργήθηκε ιδιαίτερο τμήμα για τη συντήρηση των γλυπτών.

Εμπλουτισμός των συλλογών

To περιεχόμενο των συλλογών αυξήθηκε σημαντικά, τόσο με δωρεές και κληροδοτήματα, όσο και με αγορές. Ανάμεσα στις σημαντικότερες αγορές συγκαταλέγονται δύο πίνακες του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου: ο Άγιος Πέτρος, που αγοράστηκε το 1995 με την κινητοποίηση των καλλιτεχνών και του κοινού και κύριο χορηγό το ίδρυμα Λίλιαν Βουδούρη, και η Ταφή του Χριστού, που αγοράστηκε το 2000 από τα χρήματα του κληροδοτήματος Σούτσου. Επίσης, το Κεφάλι του Απόλλωνα (Απόλλων μαχητής) του Αντουάν Μπουρντέλ.

Στον εμπλουτισμό των συλλογών συνέβαλαν επίσης τα κληροδοτήματα της Φρόσως Ευθυμιάδη-Μενεγάκη, της Μπέλλας Ραφτοπούλου και της Μαρίας Δημητριάδη, μεγάλες δωρεές από τον Παναγιώτη Τέτση, τον Ιωάννη Αβραμίδη, τον Μιχάλη Αρφαρά, τον Αλέκο Φασιανό και τον Σαντιάγο Καλτράβα, από τους κληρονόμους του Νίκου Νικολάου, του Βασίλη Χάρου και του Πάρι Πρέκα, αλλά και προσφορές ενός ή περισσότερων έργων από καλλιτέχνες, ιδιώτες, την Εθνική Τράπεζα, την Alpha Bank, το Ίδρυμα Αντωνίου Κομνηνού και το υπουργείο Πολιτισμού, που συχνά πραγματοποιούνταν με την παρότρυνση της διευθύντριας. Επίσης, έργα αποκτήθηκαν με την εφαρμογή του νόμου που προβλέπει την παραχώρηση έργων τέχνης αντί πληρωμής του φόρου κληρονομιάς.

Επέκταση του κτηρίου      

Οι πολλαπλές δραστηριότητες, οι εκθέσεις και η αύξηση των έργων, σε συνδυασμό με τη μείωση των ορόφων που προέβλεπε το αρχικό σχέδιο, καθιστούσαν την επέκταση του κτηρίου επιτακτική.

Η επέκταση εντάχθηκε στο Περιφερειακό Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Αττική 2007-2013» και πραγματοποιήθηκε με κονδύλια του ΕΣΠΑ 2007-2013, με την υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού και της Περιφέρειας Αττικής και με χορηγία του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος.
Οι προμελέτες έγιναν από τους αρχικούς αρχιτέκτονες, τα γραφεία των καθηγητών Παύλου & Κωνσταντίνου Μυλωνά και Δημήτρη Φατούρου, με χορηγία του Ιδρύματος «Μαρία Τσάκου». Οι οριστικές μελέτες οφείλονται στο γραφείο Π. Γραμματόπουλος – Χρ. Πανουσάκης & Συνεργάτες – Αρχιτεκτονική ΕΠΕ. Το έργο δημοπρατήθηκε από την Γενική Διεύθυνση Αναστήλωσης Μουσείων και Τεχνικών Έργων – Διεύθυνση Προστασίας και Αναστήλωσης Νεότερων και Σύγχρονων Μνημείων του ΥΠ.ΠΟ.Α. και εκτελέστηκε υπό την επίβλεψη της ίδιας Διεύθυνσης.

Τον Ιούνιο του 2013 ολοκληρώθηκε η μεταφορά των έργων και των υπηρεσιών του μουσείου και ξεκίνησαν οι εργασίες. Έως την ολοκλήρωσή τους, η έδρα της Εθνικής Πινακοθήκης μεταφέρθηκε στην Εθνική Γλυπτοθήκη. Οι διοικητικές υπηρεσίες στεγάστηκαν σε προσωρινά καταλύματα και μέρος της μόνιμης έκθεσης Ζωγραφικής στο κτήριο Β΄, που προοριζόταν για περιοδικές εκθέσεις. Τα υπόλοιπα έργα μεταφέρθηκαν σε ειδικά διαμορφωμένες προσωρινές αποθήκες, που παραχωρήθηκαν από τη Εθνική Τράπεζα.

Η επέκταση ολοκληρώθηκε το 2021, προσθέτοντας στο υπάρχον συγκρότημα των κτηρίων Α΄ και Β΄ τον – εξ αρχής προβλεπόμενο στο κτήριο Β΄ – τρίτο όροφο. Η προσθήκη του τρίτου ορόφου έγινε με χορηγία του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος, προς τιμήν του οποίου, μετά την ολοκλήρωση της επέκτασης, όλο το κτήριο Β΄ ονομάστηκε Πτέρυγα Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Ακόμη, προστέθηκε υπογείως νέα πτέρυγα (κτήριο Γ΄), που στεγάζει αποθήκες και νέους εκθεσιακούς χώρους: την Αίθουσα Ίδρυμα Αντώνιος Ε. Κομνηνός και την Αίθουσα Βασίλη και Μαρίνας Θεοχαράκη. Δημιουργήθηκε επίσης αμφιθέατρο, εργαστήρια, χώροι εκπαιδευτικών προγραμμάτων, εστιατόριο-καφέ στον Γ΄ όροφο και καφενείο στο ισόγειο.

Στις 24 Μαρτίου 2021 έγιναν τα εγκαίνια του εκσυγχρονισμένου κτηρίου της Εθνικής Πινακοθήκης. Η νέα μόνιμη έκθεση της συλλογής Ζωγραφικής περιλάμβανε διπλάσιο αριθμό έργων, ενώ, για πρώτη φορά, μέρος της μόνιμης έκθεσης αποτέλεσε και η συλλογή Χαρακτικής.
Τα εγκαίνια αποκάλυψαν και τυπικά το όραμα της Μαρίνας Λαμπράκη Πλάκα για ένα μεγάλο και σύγχρονο Ευρωπαϊκό μουσείο, με την προοπτική να φιλοξενεί εκθέσεις από σημαντικά μουσεία του εξωτερικού, καθώς και μεγάλες εκθέσεις ελληνικού ενδιαφέροντος. Στο πλαίσιο αυτό, το 2021 εγκαινιάστηκε η έκθεση Αναζητώντας την Αθανασία – Η Τέχνη του Πορτραίτου στις Συλλογές του Λούβρου, σε συνεργασία με το μουσείο του Λούβρου. Το 2022 η έκθεση Κωνσταντίνος Παρθένης (1878-1967): Η ιδανική Ελλάδα της ζωγραφικής του ήταν η πρώτη μεγάλη αναδρομική παρουσίαση στο ανακαινισμένο κτήριο. Η Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα απεβίωσε στις 13 Ιουνίου, χωρίς να προφτάσει να την εγκαινιάσει.

Στις 12 Ιουλίου 2022 τη διεύθυνση της Εθνικής Πινακοθήκης ανέλαβε η ιστορικός τέχνης Συραγώ Τσιάρα.

Τώνια Γιαννουδάκη
Επιμελήτρια της συλλογής
Νεοελληνικής και Ευρωπαϊκής Γλυπτικής