Μια αναδρομή στη συγκρότηση και τον εμπλουτισμό της συλλογής Νεοελληνικής Γλυπτικής της Εθνικής Πινακοθήκης και της παρουσίασης των έργων στο κοινό, από την πρώτη έκθεση γλυπτών το 1934 έως την ίδρυση της Εθνικής Γλυπτοθήκης το 2004

Τώνια Γιαννουδάκη
Επιμελήτρια της συλλογής Γλυπτικής

Εισαγωγή

Η Εθνική Πινακοθήκη κατέχει μια ιδιαίτερα αξιόλογη συλλογή Νεοελληνικής Γλυπτικής, στην οποία αποτυπώνεται η αρχή και η εξέλιξή της έως τις μέρες μας. Ξεκινά από δημιουργίες λαϊκών τεχνιτών, παρακολουθεί τις τάσεις του 19ου και του 20ού αιώνα, ενώ δίνει μια ενδεικτική εικόνα και της νέας χιλιετίας.

Η συλλογή συγκροτήθηκε κυρίως μέσω δωρεών από ιδιώτες και καλλιτέχνες, οι οποίες συχνά πραγματοποιούνταν με παρότρυνση των εκάστοτε διευθυντών. Επίσης, με τη συμβολή των υπουργείων Παιδείας και Πολιτισμού, καθώς και με αγορές.

Η συγκρότηση της συλλογής Γλυπτικής και η παρουσίαση των έργων στο κοινό είναι στενά συνδεδεμένες με την ιστορία του μουσείου και τις προσπάθειες επίλυσης βασικών προβλημάτων, με κυρίαρχο την απόκτηση μόνιμης στέγης.

Τα πρώτα έργα της συλλογής Γλυπτικής

Η Εθνική Πινακοθήκη ιδρύθηκε το 1900, η συλλογή Γλυπτικής όμως θεσμοθετήθηκε το 1918, καθώς δεν προβλεπόταν ανάμεσα στις αρχικές συλλογές. Παρόλα αυτά, το 1907 είχε γίνει πρόταση να αγοραστεί ο Ξυλοθραύστης, ένα εμβληματικό έργο του Δημητρίου Φιλιππότη. Ο Γεώργιος Ιακωβίδης, πρώτος έφορος του μουσείου, προσέφερε τότε 7.000 δραχμές, ο Φιλιππότης όμως δεν δέχθηκε. Ο Ξυλοθραύστης αγοράστηκε το 1908 από τον Δήμο Αθηναίων, για 15.000 δραχμές, και τοποθετήθηκε στην πλατεία της Ρωσικής εκκλησίας. Σήμερα είναι τοποθετημένος στο Ζάππειο, απέναντι από το Παναθηναϊκό Στάδιο.

Το 1918 ψηφίστηκε ο νόμος 1434, ο οποίος στόχευε σε μια γενική αναβάθμιση και αναδιοργάνωση του μουσείου. Έτσι, μεταξύ άλλων, η θέση του εφόρου καταργήθηκε και θεσμοθετήθηκε θέση διευθυντή, την οποία κατέλαβε ο λογοτέχνης Ζαχαρίας Παπαντωνίου. Με τον ίδιο νόμο θεσμοθετήθηκε και η συλλογή Γλυπτικής.

Το 1933 ο Αντώνης Μπενάκης, ιδρυτής του ομώνυμου μουσείου, μέλος και πρόεδρος της Επιτροπής Επίβλεψης της Εθνικής Πινακοθήκης από το 1926 έως τον θάνατό του, το 1954, δώρισε το πρώτο γλυπτό που περιήλθε στην Πινακοθήκη, τον Γυναικείο κορμό του Κώστα Δημητριάδη. Το Καλλιτεχνικό Συμβούλιο, μάλιστα, στην ευχαριστήρια επιστολή του τον χαρακτήρισε εγκαινιαστή της γλυπτοθήκης εν τη Πινακοθήκη. H δωρεά πραγματοποιήθηκε εν όψει της επανέκθεσης της μόνιμης συλλογής Ζωγραφικής το 1934, καθώς, στόχος της διοίκησης του μουσείου ήταν να παρουσιαστούν για πρώτη φορά και γλυπτά. Έτσι, στην έκθεση, η οποία εγκαινιάστηκε στις 24 Μαρτίου 1934 σε χώρους του Πολυτεχνείου, όπου στεγαζόταν προσωρινά η Πινακοθήκη, παρουσιάστηκαν και τα τέσσερα πρώτα γλυπτά της συλλογής: ο Γυναικείος κορμός του Κώστα Δημητριάδη, ο Κάιν  του Λουκά Δούκα, επίσης δωρεά του Αντώνη Μπενάκη, ο Ιπποκένταυρος του Θωμά Θωμόπουλου, που δώρισε ο καλλιτέχνης με προτροπή του Ζαχαρία Παπαντωνίου, και το Κεφάλι κόρης του Μιχάλη Τόμπρου, που είχε δωρίσει το υπουργείο Παιδείας.
Ήταν η πρώτη φορά που έργα Ελλήνων γλυπτών παρουσιάζονταν ως μέρος της συλλογής ενός επίσημου φορέα του κράτους.

Ο εμπλουτισμός της συλλογής στη συνέχεια υπήρξε δύσκολος και, έως τις αρχές της δεκαετίας του 1950, έγινε με πολύ αργούς ρυθμούς. Το 1940 στη συλλογή Γλυπτικής υπήρχαν οκτώ γλυπτά σύγχρονων καλλιτεχνών, καθώς και τα δύο πρώτα έργα του 19ου αιώνα: το Κεφάλι Σατύρου του Γιαννούλη Χαλεπά, που είχε δωρίσει το 1937 η Τράπεζα της Ελλάδος, και η Πηνελόπη του Λεωνίδα Δρόση, που δώρισαν τα Ανάκτορα το 1939.

Κωνσταντίνος Δημητριάδης (1879-1943)

Γυναικείος κορμός, 1920

μάρμαρο, 126Χ44Χ55 εκ.
Δωρεά Αντωνίου Μπενάκη, 1933, αρ. έργου 505

Ο Κώστας Δημητριάδης υπήρξε ο πιο χαρακτηριστικός εκπρόσωπος του ύφους του Ροντέν στη νεοελληνική γλυπτική. Υιοθέτησε το ύφος του, αλλά και μια κοινή θεματική αφετηρία, ιδιαίτερα στις ελεύθερες συνθέσεις του. Στην επίδραση του Ροντέν εξάλλου οφείλεται και αυτό που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η καινοτομία του στη νεοελληνική γλυπτική: η καθιέρωση της αποσπασματικής μορφής ως αυτόνομου και ολοκληρωμένου έργου.

Ανάμεσα στις ελεύθερες συνθέσεις του εξέχουσα θέση κατέχουν οι γυμνές γυναικείες μορφές, ολόσωμες ή αποσπασματικές. Η «Γυμνή γυναίκα» (ή «Χορεύτρια») είναι ένα χαρακτηριστικό έργο, στο οποίο, αξιοποιώντας το πρότυπο της «Γυναίκας-Κενταύρου» (π. 1887) του Ροντέν, με τη γεμάτη ένταση συστροφή του κορμού και το απελπισμένο άπλωμα των χεριών μπροστά, αποδίδει τη στιγμιαία χορευτική κίνηση. Ο κορμός αυτού του γλυπτού αποτέλεσε στη συνέχεια αυτόνομο έργο, το οποίο ο Δημητριάδης δούλεψε σε διάφορα μεγέθη. Η παραλλαγή που ανήκει στη συλλογή της Εθνικής Πινακοθήκης παρουσιάστηκε το 1936 στη Μπιενάλε της Βενετίας και είναι το πρώτο γλυπτό που περιήλθε στο μουσείο, με δωρεά του Αντώνη Μπενάκη το 1933.

Λουκάς Δούκας (1890-1925)

Ο Κάιν, 1922

μπρούντζος, 33,5Χ22Χ25 εκ.
Δωρεά Αντωνίου Μπενάκη, 1934, αρ. έργου 507

Ο Λουκάς Δούκας έζησε σε μια μεταβατική περίοδο της νεοελληνικής γλυπτικής από τον νεοκλασικισμό στον ρεαλισμό. Μαθητής του Θωμά Θωμόπουλου στο Σχολείο των Τεχνών, ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Παρίσι σε μια εποχή που επικρατούσε, μεταξύ άλλων, το ύφος του Ροντέν και των διαδόχων του. Ο Δούκας πρέπει να είχε γνωρίσει το έργο του γάλλου καλλιτέχνη μέσω του Θωμά Θωμόπουλου, μεγάλου θαυμαστή του Ροντέν, και εμπνεύστηκε από το το ύφος του πριν ακόμη πάει στο Παρίσι.

Στο κεφάλι του Κάιν, του οποίου το γύψινο πρόπλασμα έγινε στο Παρίσι το 1922, το ίδιο το θέμα επιβάλλει μια δραματοποιημένη απόδοση, που παραπέμπει στη γλυπτική του Ροντέν, καθώς τα βίαια ψυχικά συναισθήματα παραμορφώνουν τη φυσιογνωμία και αποτυπώνονται με έντονα εξπρεσιονιστικό πλάσιμο.

Θωμάς Θωμόπουλος (1873-1937)

Ιπποκένταυρος, 1901

μάρμαρο χρωματισμένο, 60,5Χ34Χ17 εκ.
Δωρεά του καλλιτέχνη, 1934, αρ. έργου 504

Ο Θωμάς Θωμόπουλος είναι από τους τελευταίους έλληνες γλύπτες που μετεκπαιδεύθηκαν στο Μόναχο, σε μια εποχή που οι περισσότεροι είχαν στραφεί στο Παρίσι. Παρόλα αυτά, έτρεφε βαθύ θαυμασμό για τη γλυπτική του Ροντέν, θεωρήθηκε μάλιστα «εισηγητής της Ροντενείου σχολής εν Ελλάδι». Το έργο του συνδυάζει τον ακαδημαϊσμό με το συμβολισμό και τις ρομαντικές τάσεις, που πηγάζουν από το ύφος του γάλλου καλλιτέχνη, ενώ σε αρκετές συνθέσεις του υιοθετεί και τη ρεαλιστική απόδοση.

Ο Ιπποκένταυρος είναι ένα έργο εμπνευσμένο από την ελληνική μυθολογία. Ο Κένταυρος παριστάνεται σε στιγμή αγωνίας, καθώς ένα φίδι τυλίγεται γύρω από το σώμα του. Η αντίδρασή του στη θανατηφόρα επίθεση αποτυπώνεται με τη σύσπαση του κορμού προς τα πίσω και το δεξί χέρι που φέρνει στο μέτωπο, μια στάση που παραπέμπει στο ελληνιστικό σύμπλεγμα του Λαοκόωντα. Αντίθετα, οι ρευστές και μαλακές επιφάνειες και η σύμφυτη ακατέργαστη βάση, που λειτουργεί και σαν υποστήριγμα, φανερώνουν την επίδραση της πλαστικής αντίληψης του Ροντέν. Το γλυπτό είναι χρωματισμένο με τη μέθοδο της εγκαυστικής, όπως και αρκετά έργα του Θωμόπουλου, ο οποίος εισήγαγε αυτή την καινοτομία γύρω στο 1900.

Μιχάλης Τόμπρος (1889-1974)

Κεφάλι κόρης, 1931

μάρμαρο, 32Χ25Χ25 εκ.
Δωρεά υπουργείου Παιδείας, 1932, αρ. έργου 1292

Θανάσης Απάρτης (1899-1972)

Νέγρα 1929

μπρούντζος, 33Χ25,5Χ29 εκ.
Κληροδότημα Δημ. Νικολόπουλου, 1938, αρ. έργου 1303

Θανάσης Απάρτης (1899-1972)

Μαρί-Τερέζ 1937

μάρμαρο, 40Χ28Χ25 εκ.
Δωρεά υπουργείου Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας, 1939, αρ. έργου 503

Μιχάλης Τόμπρος (1889-1074)

Κεφάλι γυναίκας 1929

μπρούντζος, 24Χ19Χ21,5 εκ.
Δωρεά του καλλιτέχνη, 1939-1940, αρ. έργου 506

Αντώνιος Σώχος (1888-1975)

Κεφάλι κόρης 1921

πωρόλιθος, 42Χ18Χ20 εκ.
αρ. έργου 1559

Ο Αντώνης Σώχος ήταν από τους πρώτους γλύπτες που απομακρύνθηκαν από τα κλασικιστικά διδάγματα και στράφηκαν σε μια εντελώς διαφορετική κατεύθυνση. Η μελέτη της αρχαϊκής γλυπτικής του 7ου και 6ου π.Χ. αιώνα, των κυκλαδικών ειδωλίων αλλά και της γοτθικής τέχνης και η μύησή του στη μακρά παράδοση της λαϊκής γλυπτικής της Τήνου, σε συνδυασμό με τη γνωριμία των πρωτοποριακών τάσεων στην Ευρώπη, στάθηκαν οι πηγές της έμπνευσής του.

Το Κεφάλι κόρης, λαξευμένο απευθείας σε πωρόλιθο, με τα ωραία χαρακτηριστικά, το εκφραστικό πρόσωπο και το ελαφρά συνοφρυωμένο βλέμμα, παραπέμπει στις Κόρες της Ακρόπολης. Η μετωπική απόδοση, τα χείλη, τα φρύδια και οι κόρες των ματιών που είναι ελαφρά βαμμένες, το στυλιζαρισμένο χτένισμα που πλαισιώνει το πρόσωπο, ακόμη και το ίδιο το υλικό, συνδέουν το έργο με τις μορφές της αρχαϊκής γλυπτικής, ενώ η συνεχόμενη βάση, που δημιουργεί ένα συμπαγή όγκο με το κεφάλι και το λαιμό, παραπέμπει στις αρχαίες ερμαϊκές στήλες.

Γιαννούλης Χαλεπάς (1851-1938)

Κεφάλι Σατύρου 1878

γύψος, 65Χ28Χ25 εκ.
Δωρεά της Τράπεζας της Ελλάδος, 1937, αρ. έργου 1304

Ο Γιαννούλης Χαλεπάς ήταν ένας καλλιτέχνης προικισμένος με ξεχωριστό ταλέντο. Η ζωή και η καλλιτεχνική του πορεία όμως σημαδεύτηκαν από την εκδήλωση ψυχικής ασθένειας, που οδήγησε στον εγκλεισμό του στο ψυχιατρείο της Κέρκυρας και στη διακοπή της εργασίας του για 40 ολόκληρα χρόνια. Τα πρώτα συμπτώματα αποκλίνουσας συμπεριφοράς εκδηλώθηκαν το 1878, οπότε έκλεισε και η πρώτη περίοδος της καλλιτεχνικής του δημιουργίας.

Το Κεφάλι Σατύρου είναι από τα τελευταία έργα της πρώτης περιόδου της δημιουργίας του. Μια μορφή ρεαλιστική, εξαιρετική σε πλάσιμο, αποτυπώνει ένα σχεδόν ψυχογραφικό ατομικό πορτραίτο ενός ώριμου άνδρα. Το ολοζώντανο, διαπεραστικό του βλέμμα και το μυστηριώδες χαμόγελο δίνουν τον τόνο στη μορφή. Το χαμόγελο μοιάζει άλλοτε σαρκαστικό ή δαιμονικό και άλλοτε μελαγχολικό, ανάλογα με την πλευρά που το κοιτάζει κανείς. Προκαλούσε μάλιστα μεγάλη ψυχική αναστάτωση στον Χαλεπά, που είχε προσπαθήσει να καταστρέψει το έργο γρατσουνίζοντάς το και πετώντας του πηλό.

Λεωνίδας Δρόσης (1834-1882)

Πηνελόπη 1873

μάρμαρο, 143Χ75Χ125 εκ.
Δωρεά των Ανακτόρων, 1939, αρ. έργου 508

Ο Λεωνίδας Δρόσης ανήκει στην πρώτη γενιά των νεοελλήνων γλυπτών που φοίτησαν στο Σχολείον των Τεχνών και διαμορφώθηκαν στο πνεύμα του κλασικισμού που έφερε στην Ελλάδα ο γερμανός γλύπτης Κρίστιαν Ζίγκελ. Συνεχίζοντας τις σπουδές του στην Ακαδημία του Μονάχου κοντά στον Μαξ φον Βίντνμαν και με ταξίδια στο Παρίσι, το Λονδίνο, τη Δρέσδη, τη Βιέννη και τη Ρώμη, όπου άνοιξε εργαστήριο, αναδείχθηκε στο σημαντικότερο εκπρόσωπο του ελληνικού κλασικισμού.

Η Πηνελόπη προέρχεται από τον κύκλο των μυθολογικών του συνθέσεων. Το τελικό πρόπλασμα έγινε πιθανότατα στη Ρώμη το 1867 και την ίδια χρονιά εκτέθηκε στην Παγκόσμια Έκθεση στο Παρίσι, όπου κέρδισε το χρυσό μετάλλιο. Το 1870 παρουσιάστηκε στην έκθεση των Ολυμπίων, μαζί με το πρώτο μικρό πρόπλασμα του 1864, και τιμήθηκε με το χρυσό νομισματόσημο. Ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ διέθεσε τότε 30.000 δρχ. για τη μεταφορά του σε μάρμαρο και τοποθετήθηκε στη χρυσή σκάλα των ανακτόρων.

Εμφανώς επηρεασμένη από το αρχαιοελληνικό φειδιακό πρότυπο της Αφροδίτης, που συνεχίζεται με την Αγριππίνα του 4ου μ.Χ. αιώνα στο μουσείο του Καπιτωλίου και τη μητέρα του Ναπολέοντα Λετίτσια Ραmολίνο Μποναπάρτε του Αντόνιο Κανόβα, η Πηνελόπη παριστάνεται καθισμένη σε θρόνο με περίτεχνη διακόσμηση, κρατώντας το κουβάρι και το αδράχτι, και απλώνει τα σταυρωμένα πόδια σε διακοσμημένο υποπόδιο. Η στάση του σώματος, η ελαφρά κλίση του κεφαλιού και η μελαγχολική έκφραση με το απλανές βλέμμα δείχνουν την κούραση, την εγκατάλειψη, αλλά και την καρτερία της γυναίκας που περιμένει χρόνια το σύντροφό της. Το έργο έτσι συνδέεται με τη ρομαντική έκφανση του ευρωπαϊκού κλασικισμού, που δίνει έμφαση στο συναίσθημα έναντι της λογικής και αποτυπώνει υποκειμενικές ψυχολογικές καταστάσεις. Επιπλέον, παρά τα κλασικιστικά χαρακτηριστικά στη γενική απόδοση του θέματος, η αποτύπωση των ανθρώπινων αυτών συναισθημάτων απομακρύνει την Πηνελόπη από τα αρχαία πρότυπα.

Η δεκαετία του 1940

Τη δεκαετία του 1940 η λειτουργία της Εθνικής Πινακοθήκης ήταν υποτυπώδης. Το 1941, λόγω επιτάξεως των αιθουσών της, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το κτήριο του Πολυτεχνείου, όπου στεγαζόταν από την ίδρυσή της, το 1900, και δεν επανήλθε. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα, έως το 1968, συνεχείς μεταστεγάσεις σε χώρους ανεπαρκείς και εντελώς ακατάλληλους, που δεν επέτρεπαν την ομαλή λειτουργία της.

Στη διάρκεια του πολέμου και της Κατοχής προτεραιότητα υπήρξε η ασφαλής φύλαξη των έργων, τα οποία μεταφέρθηκαν στο Αρχαιολογικό Μουσείο και, τα πιο πολύτιμα, στο θησαυροφυλάκιο της Τράπεζας της Ελλάδος. Διάφορα αντικείμενα, όμως, καθώς και ορισμένα έργα, παρέμειναν στο Πολυτεχνείο. Ανάμεσά τους η Πηνελόπη του Λεωνίδα Δρόση και ο Γυναικείος κορμός του Κώστα Δημητριάδη, που ήταν τοποθετημένα στην είσοδο της πρώην αίθουσας ελληνικών έργων και η μεταφορά τους ήταν δύσκολη λόγω βάρους. Για να προφυλαχθούν, τα έργα τυλίχθηκαν και καλύφθηκαν με σακιά γεμάτα άμμο. Με τον ίδιο τρόπο είχαν προφυλαχθεί και τα γλυπτά του Λούβρου που παρέμειναν στο μουσείο λόγω βάρους, όταν, με το ξέσπασμα του πολέμου, οι συλλογές μεταφέρθηκαν σε διάφορα μέρη για φύλαξη. Ο διευθυντής της Πινακοθήκης, Γεώργιος Στρατηγός, επισκεπτόταν το Πολυτεχνείο για να παρακολουθεί την κατάσταση και, όπως είχε διαπιστώσει, οι Γερμανοί, που είχαν καταλάβει το κτήριο δεν είχαν πειράξει τίποτα. Όταν όμως εγκαταστάθηκαν εκεί οι Ιταλοί, διαπίστωσε ότι μερικά σακιά είχαν αφαιρεθεί για να χρησιμοποιηθούν ως κάθισμα, ενώ στη συνέχεια, για να ερευνηθεί μήπως κρύβονταν όπλα ή κάτι άλλο. Το έργο του Δημητριάδη μάλιστα είχε γδαρσίματα, τα οποία είχαν προέλθει από τις αρβύλες, αφού βρέθηκαν και τα αποτυπώματα της σόλας. Επειδή φοβόταν ότι θα αφαιρούσαν όλα τα σακιά, αποφάσισε, με τη σύμφωνη γνώμη του υπουργείου, να μεταφερθεί το έργο στο εργαστήριο του Δημητριάδη, ενώ η Πηνελόπη να παραμείνει στην ίδια θέση, που ήταν από χρόνια. Ο Γυναικείος κορμός επιστράφηκε στην Πινακοθήκη το 1951.

Παρόλα αυτά, το 1949, με το κληροδότημα του Νικολάου Ηλιόπουλου, η συλλογή Γλυπτικής εμπλουτίστηκε με πέντε πολύ αξιόλογα γλυπτά του 19ου αιώνα: τον Βοσκό με κατσικάκι του Γεωργίου Φυτάλη και Το Πνεύμα του Κοπέρνικου, τον Νάρκισσο, την Ηχώ και Το παιδί με το κάβουρα του Γεωργίου Βρούτου. Tα γλυπτά προέρχονταν από την έπαυλη Θων, που είχε καταστραφεί τον Δεκέμβριο του 1944. Μαζί με τα έργα των Ελλήνων γλυπτών, στην Εθνική Πινακοθήκη περιήλθε και η Νύμφη, του Γερμανού νεοκλασικιστή γλύπτη Λούντβιχ Σβάντχαλερ. Επιπλέον, αμέσως μετά τον θάνατο του γλύπτη Κώστα Δημητριάδη το 1943, ξεκίνησαν ενέργειες, που υποστηρίχθηκαν και από τη διοίκηση της Πινακοθήκης, για τη διάσωση του έργου του. Με την ψήφιση του νόμου 1469 το 1950, οι ενέργειες αυτές κατέληξαν στη δωρεά 271 έργων του από τη σύζυγό του, Σόνια, τα οποία όμως παρελήφθησαν το 1979.

Γεώργιος Φυτάλης (1830-1880)

Βοσκός με κατσικάκι, 1856

μάρμαρο, 110Χ48Χ42 εκ.
Κληροδότημα Νικολάου Ιωάννου Ηλιόπουλου, αρ. έργου 1418

Ο Βοσκός με κατσικάκι είναι ένα χαρακτηριστικό έργο του Γεωργίου Φυτάλη από την περίοδο της φοίτησής του στο Σχολείον των Τεχνών. Η σύνθεση είχε δοθεί ως θέμα στον Κοντοσταύλειο διαγωνισμό το 1856, στον οποίο έλαβαν μέρος και οι δύο αδελφοί, Γεώργιος και Λάζαρος. Τα έργα τους ισοψήφησαν και μοιράστηκαν το πρώτο βραβείο, στο μάρμαρο όμως μεταφέρθηκε μόνο το έργο του Γεωργίου.

Ο Βοσκός με κατσικάκι συνδυάζει τύπους της αρχαίας ελληνικής γλυπτικής με την κλασικιστική εξιδανίκευση, την επιμελημένη επεξεργασία των μερών και τις ρεαλιστικές εκφάνσεις μιας πρώιμης για τη νεοελληνική γλυπτική ηθογραφικής σύνθεσης.

Το έργο προέρχεται από την έπαυλη Θων, που καταστράφηκε τον Δεκέμβριο του 1944. Στην Εθνική Πινακοθήκη περιήλθε το 1949 μέσω του κληροδοτήματος Νικολάου Ιωάννου Ηλιόπουλου, μαζί με πέντε ακόμη σημαντικά γλυπτά του 19ου αιώνα που κοσμούσαν την έπαυλη.

Γεώργιος Βρούτος (1843-1909)

Το Πνεύμα του Κοπέρνικου, 1877

μάρμαρο, 292Χ77Χ77 εκ.
Κληροδότημα Νικολάου Ιωάννου Ηλιόπουλου, αρ. έργου 1417

Το Πνεύμα του Κοπέρνικου είναι ένα μοναδικό δείγμα μιας πρώιμης, αλλά πολύ τολμηρής σύνθεσης για τα ελληνικά δεδομένα της εποχής. Ο Βρούτος φιλοτέχνησε το πρόπλασμα το 1873 στη Ρώμη και το 1875 το παρουσίασε στην έκθεση των Ολυμπίων, όπου κέρδισε το αργυρό νομισματόσημο β΄ τάξεως. Το 1878 το εξέθεσε στην Παγκόσμια Έκθεση στο Παρίσι και το 1881 στην έκθεση υπέρ του Ερυθρού Σταυρού, που οργανώθηκε στην οικία του Βασιλείου Μελά.

Το πνεύμα του κορυφαίου αστρονόμου, που ανέτρεψε την κρατούσα θεωρία υποστηρίζοντας ότι η γη και οι πλανήτες κινούνται γύρω από τον ήλιο και όχι το αντίθετο, αποδίδεται με μια εξίσου ανατρεπτική σύνθεση: μια αντεστραμμένη νεανική φτερωτή μορφή με το δεξί χέρι στηρίζεται και περιστρέφει την υδρόγειο, ενώ με το αριστερό δείχνει προς τον ήλιο. Η αντεστραμμένη μορφή με τα πόδια στον αέρα ήταν ήδη γνωστή από την ελληνιστική σύνθεση Παιδί με δελφίνι (ρωμαϊκό αντίγραφο στο Εθνικό Μουσείο της Νάπολι), από την οποία ο Βρούτος υιοθέτησε τη στάση και τον τρόπο με τον οποίο το παιδί αγκαλιάζει το κεφάλι του δελφινιού. Ανάλογη στάση, προερχόμενη από ρωμαϊκή σύνθεση, είχε χρησιμοποιήσει και ο Αντόνιο Κανόβα για τη μορφή του Λίχα στο έργο Ηρακλής και Λίχας (1795-1815, Galleria Nazionale d’ Arte Moderna, Ρώμη). Επιπλέον, η φτερωτή μορφή που συμβολίζει το πνεύμα μιας σημαντικής προσωπικότητας και στηρίζεται στην υδρόγειο είχε ήδη χρησιμοποιηθεί από τον σουηδό γλύπτη Γιόχαν Τομπίας Ζέργκελ (1740-1814) στο κενοτάφιο του Ντεκάρτ στην εκκλησία Άντολφ Φρέντρικ της Στοκχόλμης. Ανεξάρτητα πάντως από την πρωτοτυπία του έργου του Βρούτου, για το ελληνικό κοινό η σύνθεση ήταν εξαιρετικά τολμηρή και η προσπάθεια αυτή δεν είχε συνέχεια.

Το έργο προέρχεται από την έπαυλη Θων, που καταστράφηκε τον Δεκέμβριο του 1944. Στην Εθνική Πινακοθήκη περιήλθε το 1949 μέσω του κληροδοτήματος Νικολάου Ιωάννου Ηλιόπουλου, μαζί με πέντε ακόμη σημαντικά γλυπτά του 19ου αιώνα που κοσμούσαν την έπαυλη.

Γεώργιος Βρούτος (1843-1909)

Το παιδί με τον κάβουρα, 1891

μάρμαρο, 125Χ50Χ50 εκ.
Κληροδότημα Νικολάου Ιωάννου Ηλιόπουλου, αρ. έργου 1419

Το Παιδί με τον κάβουρα του Γεωργίου Βρούτου συνεχίζει την παράδοση των γυμνών παιδικών μορφών στη φύση, που εισήγαγε ο Δημήτριος Φιλιππότης το 1870. Ο Βρούτος ήταν γλύπτης με γνήσια κλασικιστική παιδεία• παράλληλα όμως ενδιαφέρθηκε για συνθέσεις με ρεαλιστικό περιεχόμενο, που προορίζονταν για τη διακόσμηση δημόσιων ή ιδιωτικών κήπων.

Το Παιδί με τον κάβουρα συνδυάζει τις κλασικιστικές καταβολές του καλλιτέχνη με τη ρεαλιστική απόδοση. Το γυμνό αγόρι έχει μόλις βγει από τη θάλασσα και κρατά το ιμάτιό του. Τρομαγμένο στη θέα του κάβουρα, τραβιέται προς τα πίσω και προσπαθεί να χτυπήσει τον κάβουρα με ένα βότσαλο που κρατούσε στο σπασμένο δεξί του χέρι.

Η σύνθεση χαρακτηρίζεται από το απαλό και καλοδουλεμένο πλάσιμο του παιδικού κορμιού, τις αρμονικές αναλογίες και την επιτυχημένη αναγωγή ενός μάλλον σπάνιου θέματος σε εικόνα της καθημερινής ζωής.

Το έργο προέρχεται από την έπαυλη Θων, που καταστράφηκε τον Δεκέμβριο του 1944. Στην Εθνική Πινακοθήκη περιήλθε το 1949 μέσω του κληροδοτήματος Νικολάου Ιωάννου Ηλιόπουλου, μαζί με πέντε ακόμη σημαντικά γλυπτά του 19ου αιώνα που κοσμούσαν την έπαυλη.

Γεώργιος Βρούτος (1843-1909)

Ηχώ, 1887

μάρμαρο, 105Χ38Χ51 εκ.
Κληροδότημα Νικολάου Ιωάννου Ηλιόπουλου, αρ. έργου 1416

Ο Γεώργιος Βρούτος υπήρξε κατεξοχήν εκπρόσωπος του νεοκλασικισμού, το ύφος του οποίου επιβιώνει στο μεγαλύτερο μέρος της ευρείας θεματογραφίας του (ανδριάντες, προτομές, ταφικά μνημεία, μυθολογικές και αλληγορικές συνθέσεις), ακόμη και όταν – όψιμα – στρέφεται και σε ρεαλιστικά θέματα.

Ο Νάρκισσος και η Ηχώ είναι ένα χαρακτηριστικό μυθολογικό θέμα, που εικονίζεται σε μια τοιχογραφία της Πομπηίας του 1ου μ.Χ. αιώνα και ενέπνευσε πολλούς νεότερους καλλιτέχνες. Σύμφωνα με την πιο γνωστή εκδοχή, ο Νάρκισσος ήταν ένας πολύ όμορφος νέος, που ερωτεύτηκε την εικόνα του όταν έσκυψε σε μια πηγή να ξεδιψάσει. Γοητευμένος από τη μορφή του, αφέθηκε να πεθάνει. Στο σημείο που πέθανε φύτρωσε ένα λουλούδι που το ονόμασαν νάρκισσο. Η νύμφη Ηχώ ήταν μια από τις κοπέλες που είχαν ερωτευτεί τον Νάρκισσο, ο έρωτάς της όμως δεν είχε ανταπόκριση. Απελπισμένη αποτραβήχτηκε στη μοναξιά της και εξασθένησε τόσο, που δεν έμεινε παρά η φωνή της.

Για να αναπαραστήσει τον αρχαίο μύθο ο Βρούτος δημιουργεί δύο μορφές, που λειτουργούν αυτόνομα, αλλά και ως ενιαίο σύνολο, τις οποίες αποδίδει ακολουθώντας τα πιο χαρακτηριστικά επεισόδια του μύθου: ο Νάρκισσος, καθισμένος σε βράχο διακοσμημένο με νάρκισσους, σκύβει το κεφάλι σαν να καθρεφτίζεται στο νερό και μειδιά αυτάρεσκα, καθώς αντικρίζει τη μορφή του, ενώ η Ηχώ, καθισμένη σε βράχο, προσπαθεί να φωνάξει.

Γεώργιος Βρούτος (1843-1909)

Νάρκισσος, 1886

μάρμαρο, 103Χ45Χ27 εκ.
Κληροδότημα Νικολάου Ιωάννου Ηλιόπουλου, αρ. έργου 1420

Ο Γεώργιος Βρούτος υπήρξε κατεξοχήν εκπρόσωπος του νεοκλασικισμού, το ύφος του οποίου επιβιώνει στο μεγαλύτερο μέρος της ευρείας θεματογραφίας του (ανδριάντες, προτομές, ταφικά μνημεία, μυθολογικές και αλληγορικές συνθέσεις), ακόμη και όταν – όψιμα – στρέφεται και σε ρεαλιστικά θέματα.

Ο Νάρκισσος και η Ηχώ είναι ένα χαρακτηριστικό μυθολογικό θέμα, που εικονίζεται σε μια τοιχογραφία της Πομπηίας του 1ου μ.Χ. αιώνα και στη συνέχεια ενέπνευσε πολλούς νεότερους καλλιτέχνες. Σύμφωνα με την πιο γνωστή εκδοχή, ο Νάρκισσος ήταν ένας πολύ όμορφος νέος, που ερωτεύτηκε την εικόνα του όταν έσκυψε σε μια πηγή να ξεδιψάσει. Γοητευμένος από τη μορφή του, αφέθηκε να πεθάνει. Στο σημείο που πέθανε φύτρωσε ένα λουλούδι που το ονόμασαν νάρκισσο. Η νύμφη Ηχώ ήταν μια από τις κοπέλες που είχαν ερωτευτεί τον Νάρκισσο, ο έρωτάς της όμως δεν είχε ανταπόκριση. Απελπισμένη αποτραβήχτηκε στη μοναξιά της και εξασθένησε τόσο, που δεν έμεινε παρά η φωνή της.

Για να αναπαραστήσει τον αρχαίο μύθο ο Βρούτος δημιουργεί δύο μορφές, που λειτουργούν αυτόνομα, αλλά και ως ενιαίο σύνολο, τις οποίες αποδίδει ακολουθώντας τα πιο χαρακτηριστικά επεισόδια του μύθου: ο Νάρκισσος, καθισμένος σε βράχο διακοσμημένο με νάρκισσους, σκύβει το κεφάλι σαν να καθρεφτίζεται στο νερό και μειδιά αυτάρεσκα, καθώς αντικρίζει τη μορφή του, ενώ η Ηχώ, καθισμένη σε βράχο, προσπαθεί να φωνάξει.

Λούντβιχ Σβάντχαλερ (Ludwig Schwanthaler, 1802-1848)

Νύμφη, 1848

μάρμαρο, 149Χ70Χ101 εκ.
Κληροδότημα Νικολάου Ιωάννου Ηλιόπουλου, αρ. έργου 1421

Το 1949 ο Νικόλαος Γ. Ηλιόπουλος παρέδωσε στην Εθνική Πινακοθήκη έξι μαρμάρινα γλυπτά που είχε κληρονομήσει από τον θείο του, Νικόλαο Ι. Ηλιόπουλο, τα οποία ήταν τοποθετημένα στον κήπο της πρώην έπαυλης Θων, που καταστράφηκε τον Δεκέμβριο του 1944. Πρόκειται για τέσσερα υπογεγραμμένα έργα του Γεωργίου Βρούτου και ένα του Γεωργίου Φυτάλη. Το μοναδικό που δεν φέρει υπογραφή είναι η Νύμφη, θεωρήθηκε όμως και αυτή έργο του Γεωργίου Βρούτου και καταχωρίστηκε στο αρχείο της Εθνικής Πινακοθήκης με τον τίτλο Νεράιδα, ενώ στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης της κατεστραμμένης έπαυλης αναφέρεται με τον τίτλο Φρύνη. Η αρχική όμως απόδοση στον Γεώργιο Βρούτο δεν ευσταθεί.

Το 1841 ο Γερμανός νεοκλασικιστής γλύπτης Λούντβιχ Σβάντχαλερ είχε πάρει την παραγγελία να φιλοτεχνήσει μία Νύμφη, για να τοποθετηθεί στην ομώνυμη αίθουσα του ανακτόρου Anif, κοντά στο Σάλτσμπουργκ. Ο Σβάντχαλερ ολοκλήρωσε το έργο σε μάρμαρο το 1848. Το 1852, με μικρές διαφοροποιήσεις στο πρόπλασμα, χυτεύτηκε σε μπρούντζο για το Βασιλικό κήπο του Μονάχου, ενώ το 1855 το πρωτότυπο ή κάποιο αντίτυπο παρουσιάστηκε στη Διεθνή Έκθεση στο Παρίσι. Το 1906 το αρχικό έργο μεταφέρθηκε από την αίθουσα των Νυμφών στην εξωτερική στοά του ανακτόρου και συνδυάστηκε με το ρομαντικό εξωτερικό περιβάλλον.

Η Νύμφη, μια ιδεώδης γυναικεία μορφή με μακριά κυματιστά μαλλιά στολισμένα με στεφάνι και μελαγχολική, απόμακρη έκφραση, παριστάνεται καθισμένη σε βράχο στην άκρη του νερού κρατώντας τη λύρα της, ενώ στα πόδια της παίζει ένα ψάρι. Εκφράζει έτσι το ρομαντικό πνεύμα της εποχής, αλλά και την προσωπική αντίληψη του γλύπτη για την αρμονική συνύπαρξη του ανθρώπου με τη φύση.

Η Νύμφη που περιήλθε το 1949 στην Εθνική Πινακοθήκη αναπαράγει με απόλυτη σχεδόν πιστότητα την πρωτότυπη σύνθεση του Σβάντχαλερ, οδηγώντας στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για ένα ακόμη αντίτυπο του έργου.

Η εδραίωση της συλλογής Γλυπτικής και η έκθεση των γλυπτών

Η ουσιαστική εδραίωση της συλλογής Γλυπτικής συμπίπτει με την έναρξη εδραίωσης της Εθνικής Πινακοθήκης την περίοδο 1949-1971, με διευθυντή τον Μαρίνο Καλλιγά.

Ο εμπλουτισμός της συλλογής έγινε κυρίως με δωρεές, ο Μαρίνος Καλλιγάς όμως καθιέρωσε μια συστηματική πολιτική αγορών και για τη γλυπτική, πραγματοποιώντας την πρώτη αγορά το 1951. Έτσι, διαμορφώθηκε μια πληρέστερη εικόνα, από τους Επτανήσιους και τους πρώτους νεοκλασικιστές γλύπτες του 19ου αιώνα έως τη σύγχρονη εποχή.

Επιπλέον, μετά από δεκατρία χρόνια, η Εθνική Πινακοθήκη άρχισε και πάλι να παρουσιάζει έργα από τις συλλογές της σε περιοδικές εκθέσεις. Οι εκθέσεις οργανώνονταν από το 1953 έως το 1959 σε αίθουσες του Ζαππείου μεγάρου, καθώς το μουσείο δεν είχε ακόμη μόνιμη στέγη. Στις εκθέσεις αυτές, από το 1954 έως το 1957, παρουσιάζονταν και τα πιο χαρακτηριστικά γλυπτά.

Την περίοδο 1956-1968 ορισμένα γλυπτά ήταν ίσως προσιτά στο κοινό στον υπαίθριο χώρο των στρατώνων του Πυροβολικού, στη γωνία των οδών Ριζάρη και Βασιλίσσης Σοφίας, όπου στεγαζόταν προσωρινά η Πινακοθήκη.

Άποψη της έκθεσης των γλυπτών στο Ζάππειο το 1954

Από αριστερά, πρώτος ο Βοσκός με κατσικάκι του Γεωργίου Φυτάλη• στην προθήκη η Γυναικεία μορφή, το μικρό πρόπλασμα της Πηνελόπης και η Νεκρική μορφή του Λεωνίδα Δρόση. Ακολουθεί η Πηνελόπη του Λεωνίδα Δρόση, η προτομή του Πλάτωνα του Παύλου Προσαλέντη, το Πνεύμα του Κοπέρνικου του Γεωργίου Βρούτου, και οι προτομές του Φρειδερίκου Γκίλφορντ του Ιωάννη Βαπτιστή Καλοσγούρου, της Αδελαΐδας Ριστόρι και της Νύχτας του Ιωάννη Κόσσου και της Αικατερίνης Κωνσταντινίδου του Δημητρίου Φιλιππότη.

Άποψη της έκθεσης των γλυπτών στο Ζάππειο το 1954

Αριστερά διακρίνονται η προτομή της Αικατερίνης Κωνσταντινίδου του Δημητρίου Φιλιππότη, η Προτομή ιερωμένου του Λάζαρου Σώχου, η
Προτομή γυναίκας
του Λάζαρου Φυτάλη και η Προτομή άνδρα του Ιωάννη Βιτσάρη. Στο κέντρο ο Σάτυρος που παίζει με τον έρωτα του Γιαννούλη Χαλεπά και δεξιά το Παιδί με τον κάβουρα του Γεωργίου Βρούτου.

Άποψη της έκθεσης των γλυπτών στο Ζάππειο το 1954

Σε πρώτο πλάνο ο Γυναικείος κορμός του Κώστα Δημητριάδη. Στον τοίχο αριστερά η Προτομή γυναίκας του Λάζαρου Φυτάλη και η Προτομή άνδρα του Ιωάννη Βιτσάρη. Στον τοίχο δεξιά η Γριά, η Μικρή αναπαυομένη και ο Θεριστής του Γιαννούλη Χαλεπά και δεξιά το Κεφάλι Σατύρου, επίσης του Γιαννούλη Χαλεπά.

Η προτομή του ζωγράφου Νικηφόρου Λύτρα, του Γεωργίου Ιακωβίδη, στην έκθεση του Ζαππείου το 1954. Στο βάθος διακρίνεται η Πηνελόπη του Λεωνίδα Δρόση

Η προτομή του ζωγράφου Νικηφόρου Λύτρα
Η Πηνελόπη

Άποψη της έκθεσης στο Ζάππειο το 1955. Δεξιά στο βάθος διακρίνεται ο Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτα του Γιαννούλη Χαλεπά

Οι προτομές της Νύχτας και της Αδελαΐδας Ριστόρι του Ιωάννη Κόσσου στην έκθεση του Ζαππείου το 1956

Η προτομή της Νύχτας
Η προτομή της Αδελαΐδας Ριστόρι

Άποψη της έκθεσης στο Ζάππειο το 1956. Στο κέντρο ο Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτα του Γιαννούλη Χαλεπά

Γλυπτά στους στρατώνες του Πυροβολικού

Στο κέντρο Ο Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτα του Γιαννούλη Χαλεπά. Στο βάθος δεξιά το Παιδί με τον κάβουρα, η Ηχώ και ο Νάρκισσος του Γεωργίου Βρούτου, και η προτομή του Φρειδερίκου Γκίφορντ του Ιωάννη Βαπτιστή Καλοσγούρου.

Η παρουσίαση των γλυπτών στο κτήριο της Εθνικής Πινακοθήκης

Μετά τη διακοπή των εκθέσεων στο Ζάππειο, γλυπτά παρουσιάστηκαν και πάλι το 1970, όταν εγκαινιάστηκε το πρώτο τμήμα του κτηρίου της Εθνικής Πινακοθήκης, του οποίου η θεμελίωση είχε γίνει το 1964 και η ανέγερση είχε ολοκληρωθεί το 1968. Το κτήριο εγκαινιάστηκε με μια μεγάλη έκθεση έργων του Νικολάου Γύζη, για τη συμπλήρωση εβδομήντα χρόνων από το θάνατό του. Συγχρόνως παρουσιάστηκε μικρός αριθμός έργων ζωγραφικής και χαρακτικής ξένων και ελλήνων καλλιτεχνών, αντικείμενα και έπιπλα, καθώς και 17 γλυπτά.

Στόχος του Μαρίνου Καλλιγά όμως ήταν η μόνιμη και αυτόνομη παρουσίαση των γλυπτών. Γι’ αυτό και η προκήρυξη για την ανέγερση του κτηρίου της Εθνικής Πινακοθήκης, που δημοσιεύθηκε το 1956, περιλάμβανε ιδιαίτερο χώρο για τη Γλυπτική. Στην πράξη όμως αυτό δεν εφαρμόστηκε παρά το 1986, όταν πλέον η λειτουργία του μουσείου είχε ομαλοποιηθεί, καθώς, από τις 17 Μαΐου 1976, είχαν γίνει τα επίσημα εγκαίνια, με διευθυντή τον Δημήτρη Παπαστάμο.

Στα εγκαίνια του κτηρίου της Εθνικής Πινακοθήκης παρουσιάστηκε για πρώτη φορά μια πιο αντιπροσωπευτική έκθεση των συλλογών, στην οποία περιλαμβάνονταν και 77 γλυπτά. Η έκθεση συνοδευόταν από κατάλογο με τα έργα της ζωγραφικής, ενώ για τη γλυπτική εκδόθηκε δίγλωσσο δεκαεξασέλιδο φυλλάδιο.

Μετά τα εγκαίνια, τα περισσότερα γλυπτά αποσύρθηκαν, ορισμένα παρέμειναν στη μόνιμη έκθεση, ανάμεσα στα έργα της ζωγραφικής, ενώ άλλα στον κήπο και στην είσοδο του μουσείου.

Ο θεμέλιος λίθος της Εθνικής Πινακοθήκης

Ο διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης Μαρίνος Καλλιγάς, ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, μέλος του Διοκητικού Συμβουλίου της Εθνικής Πινακοθήκης, ο Γεώργιος Μυλωνάς, Υφυπουργός παρά τη Προεδρία της Κυβερνήσεως, ο Περικλής Αργυρόπουλος, μέλος του Διοκητικού Συμβουλίου της Εθνικής Πινακοθήκης και ο Γεώργιος Παπανδρέου, Πρωθυπουργός και υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων στην τελετή θεμελίωσης της Εθνικής Πινακοθήκης

Ο διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης Μαρίνος Καλλιγάς, ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, μέλος του Διοκητικού Συμβουλίου της Εθνικής Πινακοθήκης, ο Γεώργιος Μυλωνάς, Υφυπουργός παρά τη Προεδρία της Κυβερνήσεως, ο Περικλής Αργυρόπουλος, μέλος του Διοκητικού Συμβουλίου της Εθνικής Πινακοθήκης και ο Γεώργιος Παπανδρέου, Πρωθυπουργός και υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων στην τελετή θεμελίωσης της Εθνικής Πινακοθήκης

Ο διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης Μαρίνος Καλλιγάς, ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, μέλος του Διοκητικού Συμβουλίου της Εθνικής Πινακοθήκης, ο Γεώργιος Μυλωνάς, Υφυπουργός παρά τη Προεδρία της Κυβερνήσεως, ο Περικλής Αργυρόπουλος, μέλος του Διοκητικού Συμβουλίου της Εθνικής Πινακοθήκης και ο Γεώργιος Παπανδρέου, Πρωθυπουργός και υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων στην τελετή θεμελίωσης της Εθνικής Πινακοθήκης

Ο διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης Μαρίνος Καλλιγάς, στην τελετή θεμελίωσης της Εθνικής Πινακοθήκης

Το πρώτο τμήμα του κτηρίου της Εθνικής Πινακοθήκης μετά τα εγκαίνια το 1970. Στον εξωτερικό χώρο δεξιά διακρίνεται η Πηνελόπη του Λεωνίδα Δρόση.

Το πρώτο τμήμα του κτηρίου της Εθνικής Πινακοθήκης στο στάδιο της ανέγερσης

Το πρώτο τμήμα του κτηρίου της Εθνικής Πινακοθήκης στο στάδιο της ανέγερσης

Ο Γυναικείος κορμός του Κώστα Δημητριάδη μαζί με έπιπλα του κληροδοτήματος του Οδυσσέα Φωκά στα εγκαίνια του κτηρίου της Εθνικής Πινακοθήκης το 1970

Γλυπτά του Γιαννούλη Χαλεπά στα εγκαίνια του κτηρίου της Εθνικής Πινακοθήκης το 1970

Στο κέντρο η
Σκέψη
(πίσω πλευρά) και απέναντι τα έργα Ερμής, Πήγασος και Αφροδίτη καιΜήδεια

Η προτομή του Πλάτωνα του Παύλου Προσαλέντη στα εγκαίνια του κτηρίου της Εθνικής Πινακοθήκης το 1970

Η προτομή του
Πλάτωνα

Παρουσίαση της βραβευμένης μακέτας του κτηρίου στο περιοδικό Αρχιτεκτονική το 1957. Στο σχέδιο σημειώνεται ότι το ισόγειο προοριζόταν για τη γλυπτική.

Η μακέτα του κτηρίου της Εθνικής Πινακοθήκης. Το ισόγειο του δεύτερου κτηρίου προοριζόταν για τη γλυπτική.

Το κτήριο της Εθνικής Πινακοθήκης μετά την ολοκλήρωσή του, το 1976

Το δεύτερο τμήμα του κτηρίου της Εθνικής Πινακοθήκης στο στάδιο της ανέγερσης

Το φυλλάδιο που εκδόθηκε για τη γλυπτική στα εγκαίνια της Εθνικής Πινακοθήκης

Το φυλλάδιο που εκδόθηκε για τη γλυπτική στα εγκαίνια της Εθνικής Πινακοθήκης

Το φυλλάδιο που εκδόθηκε για τη γλυπτική στα εγκαίνια της Εθνικής Πινακοθήκης

Το φυλλάδιο που εκδόθηκε για τη γλυπτική στα εγκαίνια της Εθνικής Πινακοθήκης

Το φυλλάδιο που εκδόθηκε για τη γλυπτική στα εγκαίνια της Εθνικής Πινακοθήκης

Το φυλλάδιο που εκδόθηκε για τη γλυπτική στα εγκαίνια της Εθνικής Πινακοθήκης

Το φυλλάδιο που εκδόθηκε για τη γλυπτική στα εγκαίνια της Εθνικής Πινακοθήκης

Το φυλλάδιο που εκδόθηκε για τη γλυπτική στα εγκαίνια της Εθνικής Πινακοθήκης

Το φυλλάδιο που εκδόθηκε για τη γλυπτική στα εγκαίνια της Εθνικής Πινακοθήκης

Άποψη της μόνιμης έκθεσης της Εθνικής Πινακοθήκης το 1977. Ο Σάτυρος που παίζει με τον έρωτα του Γιαννούλη Χαλεπά και η Πηνελόπη του Λεωνίδα Δρόση ανάμεσα στα έργα της ζωγραφικής

Ο κήπος της Εθνικής Πινακοθήκης το 1981 με γλυπτά

Από αριστερά, διακρίνονται το
Παιδί με τον κάβουρα
του Γεωργίου Βρούτου, η Νύμφη του Λούντβιχ Σβάντχαλερ, η Δύναμη του Γιώργου Καλακαλλά, το Πνεύμα του Κοπέρνικου του Γεωργίου Βρούτου, ο Χορός του Ζαλόγγου του Γιώργου Ζογγολόπουλου και ο Φαέθων του Δημήτρη Αρμακόλα.

Άποψη του κήπου της Εθνικής Πινακοθήκης με γλυπτά

Στο κέντρο το Πνεύμα του Κοπέρνικου του Γεωργίου Βρούτου. Αριστερά, το Ερωτικό του Θόδωρου Παπαγιάννη και η Πέτρα της υπομονής του Διονύσιου Γερολυμάτου και δεξιά ο Φαέθων του Δημήτρη Αρμακόλα.

Η πρώτη Γλυπτοθήκη της Εθνικής Πινακοθήκης

Η λύση για ολοκληρωμένη και αυτόνομη παρουσίαση των γλυπτών δόθηκε χάρη στη ζωγράφο και χαράκτρια Κούλα (Βασιλική) Μπεκιάρη-Βεκρή, η οποία, στη μνήμη των γονέων της, ανέλαβε τη δαπάνη. Έτσι, το 1986, ιδρύθηκε η πρώτη Γλυπτοθήκη, σε δύο ανεξάρτητους χώρους του μουσείου, στο ισόγειο του δεύτερου κτηρίου, όπως προβλεπόταν και στη μακέτα του κτηρίου. Οι δύο χώροι έφεραν την επιγραφή «Αίθουσα Βασιλείου και Άννας Μπεκιάρη». Η έκθεση εκτεινόταν και στον κήπο και οι επισκέπτες μπορούσαν να παρακολουθήσουν την αρχή και την εξέλιξη της Νεοελληνικής Γλυπτικής έως το 1940. Την επιστημονική παρουσίαση ανέλαβε η επιμελήτρια της Εθνικής Πινακοθήκης, Όλγα Μεντζαφού. Για τη διαμόρφωση της έκθεσης εργάστηκαν αρχικά οι αρχιτέκτονες Άλκηστις και Τάσος Γεωργόπουλος και στη συνέχεια οι αρχιτέκτονες Αλέξης Κατσαμπέκης και Θοδωρής Τσιτρούλης.

Στο μεταξύ, η συλλογή είχε εμπλουτιστεί θεαματικά, κυρίως με έργα σύγχρονων γλυπτών, ακολουθώντας τη γενικότερη αντίληψη εμπλουτισμού των συλλογών του μουσείου με έργα παλαιότερης, αλλά και σύγχρονης ελληνικής τέχνης.

Η πρώτη Γλυπτοθήκη παρέμεινε ανοιχτή έως τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Μετά τη διακοπή της λειτουργίας της, η έκθεση γλυπτών περιορίστηκε στον κήπο και την κεντρική είσοδο του μουσείου.

Άποψη της πρώτης Γλυπτοθήκης στην Εθνική Πινακοθήκη

Στη δεξιά πλευρά διακρίνονται η Νύμφη του Λούντβιχ Σβάντχαλερ , η Πηνελόπη του Λεωνίδα Δρόση, ο Νάρκισσος του Γεωργίου Βρούτου, το εκμαγείο της Μαρίας Κασσιμάτη του Δημητρίου Φιλιππότη και η Λήδα και ο κύκνος του Γεωργίου Βρούτου.

Στο κέντρο, ο Ο Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτα του Γιαννούλη Χαλεπά και το Πνεύμα του Κοπέρνικου του Γεωργίου Βρούτου.

Στο βάθος, πάνω δεξιά, το ανάγλυφο εκμαγείο της μορφής της Μητέρας του Γεωργίου Μενιδιάτη , του Γεωργίου Παπαγιάννη. Από κάτω, η Προτομή γυναίκας του Λάζαρου Φυτάλη και η προτομή της Μαρίας Φιλήμονος των αδελφών Φυτάλη και στη συνέχεια δύο αντίτυπα της προτομής του Φρειδερίκου Γκίλφορντ, φιλοτεχνημένα από τον Ιωάννη Βαπτιστή Καλοσγούρο και τον Γεώργιο Βρούτο , το εκμαγείο της μορφής της Δικαιοσύνης , του Ιωάννη Βιτσάρη και πλάι αντίγραφο του αρχαίου έργου Ο Παπίριος και η μητέρα του .

Στην αριστερή πλευρά τα έργα του Γιαννούλη Χαλεπά Μήδεια , Ερμής, Πήγασος και Αφροδίτη,Κεφάλι σατύρου, Μικρή αναπαυομένη, Κυνηγός , Αγία Βαρβάρα και Ερμής και Θεριστής.

Άποψη της πρώτης Γλυπτοθήκης στην Εθνική Πινακοθήκη

Στη δεξιά πλευρά διακρίνονται η Νύμφη του Λούντβιχ Σβάντχαλερ, η Πηνελόπη του Λεωνίδα Δρόση, ο Νάρκισσος του Γεωργίου Βρούτου, το εκμαγείο της μορφής της Μαρίας Κασσιμάτη του Δημητρίου Φιλιππότη, η Λήδα και ο κύκνος του Γεωργίου Βρούτου και μέρος του εκμαγείου της Κοιμωμένης, του Γιαννούλη Χαλεπά.

Στο κέντρο, ο Ο Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτα του Γιαννούλη Χαλεπά και το Πνεύμα του Κοπέρνικου του Γεωργίου Βρούτου. Ανάμεσά τους, η μεγάλη Αναπαυομένη του Γιαννούλη Χαλεπά.

Στο βάθος, πάνω δεξιά, τα ανάγλυφα εκμαγεία της μορφής του Φίλιππου Ιωάννου, του Λάζαρου Φυτάλη και της Μητέρας του Γεωργίου Μενιδιάτη , του Γεωργίου Παπαγιάννη. Από κάτω, η Προτομή γυναίκας του Λάζαρου Φυτάλη και η προτομή της Μαρίας Φιλήμονος των αδελφών Φυτάλη, δύο αντίτυπα της προτομής του Φρειδερίκου Γκίλφορντ, φιλοτεχνημένα από τον Ιωάννη Βαπτιστή Καλοσγούρο και τον Γεώργιο Βρούτο , το εκμαγείο της μορφής της Δικαιοσύνης του Ιωάννη Βιτσάρη και το εκμαγείο της μορφής του Εμμανουήλ Ευστρατίου, του Δημητρίου Φιλιππότη.

Στην αριστερή πλευρά, τα έργα του Γιαννούλη Χαλεπά Μήδεια και Ερμής, Πήγασος και Αφροδίτη .

Άποψη της πρώτης Γλυπτοθήκης στην Εθνική Πινακοθήκη

Στη δεξιά πλευρά διακρίνονται ο Νάρκισσος του Γεωργίου Βρούτου, το εκμαγείο της της Μαρίας Κασσιμάτη του Δημητρίου Φιλιππότη, η Λήδα και κύκνος του Γεωργίου Βρούτου και μέρος του εκμαγείου της Κοιμωμένης , του Γιαννούλη Χαλεπά.

Στο κέντρο, ο Ο Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτα του Γιαννούλη Χαλεπά και το Πνεύμα του Κοπέρνικου του Γεωργίου Βρούτου.

Στο βάθος, πάνω δεξιά, τα ανάγλυφα εκμαγεία του Φίλιππου Ιωάννου, του Λάζαρου Φυτάλη και της Μητέρας του Γεώργιου Μενιδιάτη του Γεώργιου Παπαγιάννη. Από κάτω η Προτομή γυναίκας του Λάζαρου Φυτάλη, η προτομή της Μαρίας Φιλήμονος των αδελφών Φυτάλη, η προτομή του Φρειδερίκου Γκίλφορντ, του Ιωάννη Βαπτιστή-Καλοσγούρου, το εκμαγείο της μορφής της Δικαιοσύνης, του Ιωάννη Βίτσαρη και το εκμαγείο της μορφής του Εμμανουήλ Ευστρατίου, του Δημήτριου Φιλιππότη.

Στην αριστερή πλευρά τα έργα του Γιαννούλη Χαλεπά, Αγία Βαρβάρα και Ερμής, Θεριστής και Άγιος Χαράλαμπος και Ερμής.

Άποψη της πρώτης Γλυπτοθήκης στην Εθνική Πινακοθήκη

Από δεξιά προς αριστερά τα έργα που διακρίνονται είναι οι προτομές του Βασιλιά Γεωργίου Α΄ και της Νύχτας, του Ιωάννη Κόσσου, το Παιδί με τον κουμπαρά, του Δημήτριου Φιλιππότη, το εκμαγείο της μορφής του
Ιωάννη Βούρου, του Ιωάννη Βίτσαρη, η Αθηνά, του Γεώργιου Βρούτου, οι προτομές του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε’, του Ιωάννη Κόσσου, της Αικατερίνης Κωνσταντινίδου, του Δημήτριου Φιλιππότη, του Δημήτριου Βικέλα, του Λαζάρου Σώχου και του , Πλάτωνα του Παύλου Προσαλέντη.

Άποψη της πρώτης Γλυπτοθήκης στην Εθνική Πινακοθήκη

Στον εσωτερικό χώρο διακρίνονται οι Δύο φίλες , του Μιχάλη Τόμπρου, ο Ιπποκένταυρος , του Θωμά Θωμόπουλου, η Μεταφορά του τραυματία και η Γυμνή νέα του Γρηγόρη Ζευγώλη, η Αναπαυομένη και η Γυμνή γυναίκα του Κώστα Δημητριάδη.

Στον εξωτερικό χώρο διακρίνονται το Ερωτικό του Θόδωρου Παπαγιάννη και η Αναπαυόμενη φιγούρα του Γιάννη Παππά.

Στον κήπο, στο βάθος από αριστερά διακρίνονται το Ζευγάρι , της Μπέλλας Ραφτοπούλου, ο Δον Κιχώτης, του Μέμου Μακρή, η Συνάρτηση VII , της Ναυσικάς Πάστρα, ο Χορός του Ζαλόγγου , του Γιώργου Ζογγολόπουλου, ο Ερμής, του Βάσου Φαληρέα και ο Άσωτος υιός του Ογκίστ Ροντέν.

Η Γλυπτική στη μόνιμη έκθεση Ζωγραφικής

Το 1992 τη διεύθυνση της Εθνικής Πινακοθήκης ανέλαβε η καθηγήτρια Ιστορίας της Τέχνης  Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα.
Κατά τη διάρκεια της θητείας της η συλλογή Γλυπτικής εμπλουτίστηκε, μεταξύ άλλων, με δύο μεγάλα κληροδοτήματα, της Μπέλλας Ραφτοπούλου και της Φρόσως Ευθυμιάδη-Μενεγάκη, με μία σημαντική δωρεά του Ιωάννη Αβραμίδη, καθώς και με τη μεγάλη συλλογή έργων του Χρήστου Καπράλου, που προήλθαν από τη συγχώνευση του Ιδρύματος Χρήστου και Σούλης Καπράλου με την Εθνική Πινακοθήκη.

Το 2000 έγινε επανέκθεση της μόνιμης συλλογής Ζωγραφικής στους ανακαινισμένους χώρους του μουσείου, σύμφωνα με την μουσειογραφική μελέτη της Μαρίνας Λαμπράκη Πλάκα. Στην επανέκθεση εντάχθηκαν και 57 γλυπτά, όχι με σκοπό μια ολοκληρωμένη παρουσίαση της νεοελληνικής γλυπτικής, αλλά ως αντιπροσωπευτικές δημιουργίες συγκεκριμένων περιόδων και τάσεων, σε μια παράλληλη παρουσίαση με τη ζωγραφική.

Άποψη της μόνιμης έκθεσης της Εθνικής Πινακοθήκης με έργα του 19ου αιώνα

Στο κέντρο, το Πνεύμα του Κοπέρνικου του Γεωργίου Βρούτου. Στο βάθος, από δεξιά προς αριστερά η Νύχτα και η Αδελαΐδα Ριστόρι του Ιωάννη Κόσσου, η Ειρήνη Μαυροκορδάτου του Λεωνίδα Δρόση, η Προτομή γυνάικας του Λάζαρου Φυτάλη και η Αικατερίνη Κωνσταντινίδου του Δημητρίου Φιλιππότη.

Άποψη της μόνιμης έκθεσης της Εθνικής Πινακοθήκης με έργα του 19ου αιώνα

Αριστερά ηΠηνελόπη του Λεωνίδα Δρόση. Στο κέντρο η Ηχώ και δεξιά ο Έρωτας που σπάζει το τόξο του , έργα του Γεωργίου Βρούτου.

Άποψη της μόνιμης έκθεσης της Εθνικής Πινακοθήκης με έργα του 20ού αιώνα

Από αριστερά προς τα δεξιά διακρίνονται το έργο Καμμένα βιβλία του Γιώργου Ζογγολόπουλου, που παρουσιαζόταν στη μόνιμη έκθεση ως δάνειο διαρκείας από ιδιωτική συλλογή, ο Ρυθμός του Μιχάλη Λεκάκη, ο Οιωνός του Θόδωρου (Παπαδημητρίου) , ο Κεραυνός του Κώστα Κουλεντιανού και το Μοντέλο για τον κίονα της ανθρωπότητας του Ιωάννη Αβραμίδη.

Η ίδρυση της Εθνικής Γλυπτοθήκης

Το 1992 τη διεύθυνση της Εθνικής Πινακοθήκης ανέλαβε η καθηγήτρια Ιστορίας της Τέχνης Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα.
Η Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα έθεσε από την αρχή ως στόχο την στέγαση και προβολή της συλλογής Γλυπτικής σε αυτόνομο χώρο. Ο στόχος αυτός επιτεύχθηκε με την ίδρυση της Εθνικής Γλυπτοθήκης το 2004, στο Άλσος Στρατού, στην περιοχή Γουδή.

Η ίδρυση της Εθνικής Γλυπτοθήκης ήταν ένα χρέος προς τη Νεότερη Ελληνική Γλυπτική, που δεν είχε δική της στέγη. Ήταν όμως και ένα χρέος απέναντι στη συλλογή Γλυπτικής της Εθνικής Πινακοθήκης, που με μεγάλες δυσκολίες θεσμοθετήθηκε, εμπλουτίστηκε, διαφυλάχθηκε και παρουσιάζεται στο κοινό σε μόνιμη στέγη, αποτυπώνοντας με χαρακτηριστικά έργα την αρχή και την εξέλιξη της Νεοελληνικής Γλυπτικής.

Τα κτήρια και ο υπαίθριος χώρος της Εθνικής Γλυπτοθήκης

Η Εθνική Γλυπτοθήκη καταλαμβάνει υπαίθριο χώρο επτά στρεμμάτων και στεγάζεται σε δύο ιστορικά κτήρια των αρχών του 20ού αιώνα, τα οποία ανήκαν άλλοτε στους στάβλους του ιππικού του βασιλιά Γεωργίου Α’. Το κτήριο Α φιλοξενεί τη μόνιμη έκθεση Γλυπτικής, ενώ το κτήριο Β προορίζεται για περιοδικές εκθέσεις. Ο υπαίθριος χώρος έχει δώσει τη δυνατότητα δημιουργίας ενός πάρκου γλυπτικής, με την έκθεση μεγάλων έργων.

Τα κτήρια εκμισθώθηκαν από το υπουργείο Εθνικής Άμυνας, ανακαινίστηκαν με τη βοήθεια κοινοτικών πόρων και μετατράπηκαν σε εκθεσιακούς χώρους χάρη σε μια γενναία δωρεά του Ιδρύματος «Σταύρος Νιάρχος».

Με την επιλογή των βασιλικών στάβλων αξιοποιήθηκαν δύο ιστορικά κτήρια. Συγχρόνως, αναβίωσε μια πρακτική του 18ου και 19ου αιώνα, όταν ηγεμόνες και βασιλείς μετέτρεπαν τους βασιλικούς στάβλους σε χώρους έκθεσης των συλλογών τους, προκειμένου το κοινό να μπορεί να τις επισκεφθεί.

Η Εθνική Γλυπτοθήκη στο Άλσος Στρατού το 2006

Άποψη των κτηρίων και του υπαίθριου χώρου της Εθνικής Γλυπτοθήκης το 2020

Τα εγκαίνια της Εθνικής Γλυπτοθήκης

Η Εθνική Γλυπτοθήκη εγκαινιάστηκε στις 26 Ιουλίου 2004, με αναδρομική έκθεση του Χενρι Μουρ στο κτήριο Α και με τα μνημειακά γλυπτά σε ξύλο του Χρήστου Καπράλου στο κτήριο Β. Αιολικά και Σπείρες του Τάκι τοποθετήθηκαν στον υπαίθριο χώρο, όπου παρέμειναν ως δάνεια διαρκείας έως το 2013.

Άποψη της έκθεσης του Χένρι Μουρ στα εγκαίνια της Εθνικής Γλυπτοθήκης το 2004

Άποψη της έκθεσης του Χένρι Μουρ στα εγκαίνια της Εθνικής Γλυπτοθήκης το 2004

Άποψη της έκθεσης του Χένρι Μουρ στα εγκαίνια της Εθνικής Γλυπτοθήκης το 2004

Άποψη της έκθεσης του Χρήστου Καπράλου στα εγκαίνια της Εθνικής Γλυπτοθήκης το 2004

Άποψη της έκθεσης του Χρήστου Καπράλου στα εγκαίνια της Εθνικής Γλυπτοθήκης το 2004

Αιολικά του Τάκι στον υπαίθριο χώρο της Εθνικής Γλυπτοθήκης

Η έκθεση της μόνιμης συλλογής Γλυπτικής

Στις 27 Ιουνίου 2006 εγκαινιάστηκε η μόνιμη έκθεση της Νεοελληνικής Γλυπτικής, στην οποία, για πρώτη φορά, παρουσιάζεται μια ολοκληρωμένη εικόνα της Συλλογής και σε αυτόνομο χώρο. Για πρώτη φορά, επίσης, εκδόθηκε εμπεριστατωμένος κατάλογος της Συλλογής Γλυπτικής, ο οποίος κυκλοφορεί και σε αγγλική έκδοση.
Τη μουσειογραφική μελέτη της έκθεσης και τη συγγραφή του καταλόγου ανέλαβε η επιμελήτρια Τώνια Γιαννουδάκη. Τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό της έκθεσης, οι αρχιτέκτονες και καθηγητές Πάνος Τζώνος και Γιώργος Παρμενίδης και η αρχιτέκτων Christine Longuépée.
Τη δαπάνη της ιδιαίτερα απαιτητικής παρουσίασης των γλυπτών και της έκδοσης του καταλόγου ανέλαβε, για μια ακόμη φορά, το Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος».

Η έκθεση αποτελείται από δώδεκα ενότητες, που αποτυπώνουν την αρχή και την εξέλιξη της Νεοελληνικής Γλυπτικής έως τις μέρες μας. Οι ενότητες συνοδεύονται από επεξηγηματικά κείμενα τοίχου, ενώ ψηφιακοί σταθμοί πληροφόρησης και κώδικες QR, με τη χρήση φορητών συσκευών, παρέχουν στους επισκέπτες περισσότερες πληροφορίες για κάθε γλυπτό. Στην είσοδο της έκθεσης, ανεξάρτητα από τα ελληνικά έργα, και στον εξωτερικό χώρο, παρουσιάζονται επίσης έξι χαρακτηριστικές δημιουργίες σημαντικών ξένων γλυπτών.

Η συλλογή Γλυπτικής συνεχίζει να εμπλουτίζεται. Στόχος πλέον είναι η επέκταση και ο εμπλουτισμός της υπάρχουσας έκθεσης, ώστε το κοινό να έχει τη δυνατότητα να γνωρίσει καλύτερα το έργο παλαιότερων, αλλά και νεότερων καλλιτεχνών.

Άποψη της μόνιμης έκθεσης με έργα του 19ου αιώνα από τις ενότητες Επτανησιακή γλυπτική και Νεοκλασική γλυπτική

Από αριστερά προς τα δεξιά διακρίνονται οι προτομές του Πλάτωνα ,του Παύλου Προσαλέντη και του Φρειδερίκου Γκίλφορντ, του Ιωάννη Βαπτιστή Καλοσγούρου, ο Βοσκός με κατσικάκι του Γεωργίου Φυτάλη, ο Έρωτας και η Ψυχή του Ιωάννη Κόσσου, η προτομή της Μαρίας Φιλήμονος των αδελφών Φυτάλη και η Πηνελόπη του Λεωνίδα Δρόση. Στο κέντρο μπροστά, το Πνεύμα του Κοπέρνικου του Γεωργίου Βρούτου, αριστερά ο Ο Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτα του Γιαννούλη Χαλεπά και δεξιά, μέσα στη βιτρίνα, το εκμαγείο της Κοιμωμένης, επίσης του Γιαννούλη Χαλεπά.

Άποψη της μόνιμης έκθεσης με έργα από την ενότητα Από τον 19ο στον 20ό αιώνα. Η στροφή στο Παρίσι

Στον τοίχο, από αριστερά διακρίνονται το έργο
Εις τα όνειρα τα ηττηθέντα και αγνοηθέντα
, του Κώστα Δημητριάδη, η Κόρη και τοΚεφάλι κόρης του Αντώνη Σώχου, τα κεφάλια του Κάιν του Λουκά Δούκα και του Αντώνη Πολυκανδριώτη του Κωστή Παπαχριστόπουλου, ο Κορμός του Πορτογάλου του Θανάση Απάρτη και η Χοντρή καθισμένη γυναίκα του Μιχάλη Τόμπρου.

Στον τοίχο, στο βάθος αριστερά το έργο Η μητέρα μου του Δημήτρη Φερεντίνου, στο κέντρο το Γυμνό της Τίτσας Χρυσοχοΐδη και δεξιά το ανάγλυφο Για την εκτέλεση , του Θανάση Απάρτη.

Αριστερά, σε πρώτο πλάνο, η Γυμνή γυναίκα και στο κέντρο ο Γυναικείος κορμός , έργα του Κώστα Δημητριάδη. Πίσω, οι ανδριάντες του γλύπτη Χρήστου Καπράλου , αριστερά, και του ζωγράφου Γιάννη Μόραλη , δεξιά, του Γιάννη Παππά και στο βάθος ο Κορμός , του Νίκου Περαντινού

Άποψη της μόνιμης έκθεσης με έργα του 20ού αιώνα

Από αριστερά, στο χώρο διακρίνονται τα έργα Βαδίζων του Ιωάννη Αβραμίδη, Πρώρα του Φιλόλαου, Η Πεντέλη σε έκσταση του Λάζαρου Λαμέρα, Κένταυρος της Σοφίας Βάρη, Σκάλες του Αχιλλέα Απέργη, Φτερό με πουλιά της Αφροδίτης Λίτη και Λευκός κίονας της Όπυς Ζούνη. Στον τοίχο αριστερά, τα έργα Times Square, της Χρύσας και Κεκλιμένο, του Μιχάλη Μιχαηλίδη και στο βάθος τα έργα Απόλλων/Άπ`όλον του Άγγελου Παπαδημητρίου και Φιγούρα του Θόδωρου Παπαγιάννη. Στο κέντρο, σε πρώτο πλάνο ο Κεραυνός του Κώστα Κουλεντιανού και πίσω η Αποθέωση και ο Γαλαξίας του Μιχάλη Λεκάκη και τα Επάλληλα του Κλέαρχου Λουκόπουλου. Δεξιά, σε πρώτο πλάνο η Γυναίκα του Λωτ της Φρόσως Ευθυμιάδη-Μενεγάκη και στη συνέχεια το Σαξόφωνο του Γιώργου Μέγκουλα και η Μνήμη του Γιώργου Χουλιαρά.

Άποψη του υπαίθριου χώρου της Εθνικής Γλυπτοθήκης

Αριστερά διακρίνονται η Πόλις του Ιωάννη Αβραμίδη, το έργο 1211Α του Γιώργου Νικολαΐδη και το Αφηρημένο του Κώστα Κουλεντιανού. Στο κέντρο, ο Άνθρωπος που βαδίζει πάνω σε κολόνα του Ογκίστ Ροντέν. Δεξιά, σε πρώτο πλάνο το πρόπυλο της οικίας Τοσίτσα, του αρχιτέκτονα Λύσανδρου Καυταντζόγλου και στο βάθος η Γένεση του Δημήτρη Κωνσταντίνου και η Φωλιά και το Ερωτικό του Θόδωρου Παπαγιάννη.

Το έργο του Θόδωρου Δωδεκάκτινος τροχός στον υπαίθριο χώρο της Εθνικής Γλυπτοθήκης

Άποψη του υπαίθριου χώρου της Εθνικής Γλυπτοθήκης

Αριστερά διακρίνονται τα έργα Ολυμπιακοί κύκλοι του Γιώργου Ζογγολόπουλου, Πουλί Ι της Φρόσως Μιχαλέα και 1211Α του Γιώργου Νικολαΐδη. Δεξιά, τα έργα Κόκκινο και Μαύρο της Φρόσως Μιχαλέα, Πόλις του Ιωάννη Αβραμίδη και το Αφηρημένο του Κώστα Κουλεντιανού. Στο βάθος, μπροστά στο κτήριο, η Γένεση του Δημήτρη Κωνσταντίνου, η Φωλιά του Θόδωρου Παπαγιάννη, η Σκύλα του Θανάση Απάρτη και το Ζευγάρι της Μπέλλας Ραφτοπούλου

Άποψη του υπαίθριου χώρου της Εθνικής Γλυπτοθήκης

Από αριστερά διακρίνονται το πρόπυλο της οικίας Τοσίτσα, του αρχιτέκτονα Λύσαδρου Καυταντζόγλου, τα έργα Μαύρο , Κόκκινο και Πουλί Ι της Φρόσως Μιχαλέα, η Περαστική του Γεράσιμου Σκλάβου, η Ανάπτυξη του κύκλου της Άλεξ Μυλωνά και το έργο Μαζική μεταφορά ή Γενικές μεταφορές του Γιάννη Γαΐτη

Η πρόσκληση των εγκαινίων της Μόνιμης Συλλογής Γλυπτικής

Η πρόσκληση των εγκαινίων της Μόνιμης Συλλογής Γλυπτικής

Ο κατάλογος της Εθνικής Γλυπτοθήκης

Συντελεστές – Πηγές

Ιδέα, κείμενα, υλοποίηση

Δρ Τώνια Γιαννουδάκη
Επιμελήτρια της Συλλογής Γλυπτικής

Φωτογραφίες

Σταύρος Ψηρούκης
Φωτογραφικό εργαστήριο ΕΠΜΑΣ

Θάλεια Κυμπάρη

Αρχείο Εθνικής Πινακοθήκης-Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου (Βασίλης Ψηρούκης)

Ευχαριστώ θερμά τους συναδέλφους μου για την υποστήριξη και την άψογη συνεργασία, καθώς και τον αρχιτέκτονα Μάριο Μιχαηλίδη για την πολύτιμη βοήθειά του κατά την προετοιμασία αυτής της παρουσίασης.

Τώνια Γιαννουδάκη

Πηγές

Αρχείο Εθνικής Πινακοθήκης-Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου

Αντωνία Γιαννουδάκη, Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, Ίδρυμα Ευριπίδη Κουτλίδη. Η συλλογή νεοελληνικής γλυπτικής και η ιστορία της 1900-2006, διδακτορική διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Τομέας Ιστορίας της Τέχνης, Θεσσαλονίκη, 2009
https://www.didaktorika.gr/eadd/browse?type=author&order=ASC&sort_by=2&rpp=20&value=%CE%93%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%BD%CE%BF%CF%85%CE%B4%CE%AC%CE%BA%CE%B7%2C++%CE%91%CE%BD%CF%84%CF%89%CE%BD%CE%AF%CE%B1+%CE%A0.

https://ikee.lib.auth.gr/record/115849/files/Giannoudaki